You are currently viewing Αλέκος Κωνσταντίνου, ένας λεβέντης της Αμμοχώστου!

Αλέκος Κωνσταντίνου, ένας λεβέντης της Αμμοχώστου!

  • Post author:
  • Post category:Νέα

Ο Αλέκος Κωνσταντίνου γεννήθηκε στην Κακοπετριά, της επαρχίας Λευκωσίας, στις 6 Οκτωβρίου 1936 και έζησε στην Αμμόχωστο. Γονείς του οι Κώστας και Ελπινίκη Κωνσταντίνου, οι οποίοι είχαν χωρίσει όταν ο Αλέκος ήταν ακόμη παιδί.

Φοίτησε σε δημοτικό σχολείο της Αμμοχώστου, στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου και στο Εμπορικό Λύκειο Αμμοχώστου μέχρι την πέμπτη τάξη. Παρακολουθούσε ταυτόχρονα μαθήματα αγγλικής γλώσσας σε ινστιτούτο, πρώτευσε στις εξετάσεις και κατόρθωσε να προσληφθεί στον αγγλικό στρατό, εξασφαλίζοντας μια πολύ καλή θέση.

Η ένταξη του στην ΕΟΚΑ

Ο Αλέκος με την έναρξη του αγώνα, σπεύδει πρώτος να ενταχθεί στην οργάνωση, όπου και πήρε θέση σε ομάδα του εκτελεστικού της Αμμοχώστου. Στο σπίτι του γίνονταν οι συγκεντρώσεις της ομάδας και εκεί, με τη βοήθεια της μητέρας του, η ομάδα του έκρυβε και τον οπλισμό της. Λόγω της θέσης που είχε στο στρατό, ο Αλέκος έκανε παρέες με Άγγλους στρατιώτες, τους φίλευε στο σπίτι του και έτσι δεν κινούσε την υποψία ότι ήταν μέλος της ΕΟΚΑ.

Μια μεγάλη επιτυχία του Αλέκου ήταν η εκτέλεση του Άγγλου αρχιβασανιστή Ντίαρ. Ο Ντίαρ βασάνιζε ανελέητα τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και προκαλούσε, ύστερα από επανειλημμένες απόπειρες εναντίον του, πως κανένας δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά του και να τον πυροβολήσει.

Στις 14 Απριλίου 1958, μαζί με συναγωνιστή του, είχαν στήσει καρτέρι δίπλα από το Ηραίο. Όταν ο Ντίαρ έφτασε κοντά στον Αλέκο, ο Αλέκος στάθηκε μπροστά του και τον πυροβόλησε. Οι συνοδοί του Ντίαρ, δυο στρατιώτες της στρατιωτικής αστυνομίας, καταδίωξαν τους δυο αγωνιστές, οι οποίοι κατόρθωσαν να διαφύγουν μπαίνοντας στο Ηραίο. Στη συνέχεια κατέφυγαν στο αντάρτικο, επειδή ο Ντίαρ πρόλαβε να δώσει περιγραφή τους προτού πεθάνει.

Το τραγικό τέλος

Στις 20 Ιουνίου 1958 ο Αλέκος Κωνσταντίνου συνόδευσε τον Παναγιώτη Γεωργιάδη στα Κούρδαλι, όπου συνάντησαν τους Κώστα Αναξαγόρα και Ανδρέα Πατσαλίδη. Οι αντάρτες ετοίμαζαν μια νάρκη που προόριζαν για ενέδρα κατά των Άγγλων.

Λίγες μέρες πριν, μεταξύ άλλων, γράφει στην μητέρα του:

«Μητέρα είμαι καλά. Είμαι σε πολύ καλά χέρια, και έχω εξαιρετικούς συναγωνιστές. Να προσεύχεσαι για εμάς και για τον δύσκολο αγώνα μας, στον παντοδύναμο. Να προσέχεις και επίσης την κοπέλα μου. Μόλις όλα τελειώσουν, και ζούμε πλέον ελεύθεροι στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας, θα έρθω να την παντρευτώ. Σε φιλώ. Αλέκος».

Κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας της νάρκης, η νάρκη εκρήγνυται με αποτέλεσμα να σκοτώσει και τους 4 ήρωες. Ο Αλέκος πολτοποιείται, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η αναγνώριση του. Ο «άγνωστος» κηδεύεται την επαύριον στα Σπήλια, δίπλα στον Κώστα Αναξαγόρα και τον Ανδρέα Πατσαλίδη.

Η μάνα του Αλέκου με αγωνία τον αναζητεί, όταν ακούει για το δυσάρεστο συμβάν. Πάει μαζί με φίλες της σε 2 ξωκλήσια, αλλά όταν προσπαθεί να ανάψει το καντήλι αυτό δεν ανάβει, ενώ οι φίλες της με επιτυχία καταφέρνουν να ανάψουν τα υπόλοιπα. Σε ημιλιπόθυμη κατάσταση προσπαθεί να κάτσει σε μια καρέκλα, οπού αυτή σπάζει. Ο Άγιος Αντώνιος, το 2ο ξωκλήσι, της δείχνει την τραγωδία, αλλά και τη δόξα της.

Η αναγνώριση και η ταφή

Λίγη ώρα αργότερα, η ΕΟΚΑ της ανακοινώνει τα δυσάρεστα νέα. Ο 4ος είναι ο Αλέκος της. Αμέσως πάει στα Σπήλια όπου έχει θαφτεί λίγες ώρες πριν ο γιος της. Το μνήμα ανοίγει. Σε κατάσταση σοκ, ζητάει να δει το χέρι του, που ήταν το μόνο που είχε απομείνει, μαζί με τις 2 πατούσες του.

Όταν το βλέπει βεβαιώνεται και με λυγμούς του λέει: «Αλέκο μου, Αλέκο μου, πως έγινες έτσι;»

Αμέσως, ζητάει και παίρνει τα πολτοποιημένα κομμάτια του γιου της για να τα πάρει στην Αμμόχωστο να τα θάψει. Οι Άγγλοι που συνοδεύουν την πορεία, κάνουν τα πάντα για να ταλαιπωρήσουν τον κόσμο. Κάθε λίγο, σταματούσαν να κάνουν ελέγχους. Έσπρωχναν και κτυπούσαν τον κόσμο.

Μετά δυσκολίας φτάνουν στην Αμμόχωστο. Κατά τη διάρκεια της ταφής η μάνα του φωνάζει:

«Χαλάλι σου Αλέκο μου 1000 φορές. Πέθανες όπως έπρεπε. Έλληνας Χριστιανός»

*Την φωτογραφία, εκμοντέρνισε η σελίδα μας.