You are currently viewing «Εν κλαίω για τον θάνατο του γιού μου, είμαι  περήφανη γι αυτόν»-Ο αγωνιστής με τα γαλανά μάτια που δολοφονήθηκε από  τους Βρετανούς μέσα στο σπίτι του

«Εν κλαίω για τον θάνατο του γιού μου, είμαι περήφανη γι αυτόν»-Ο αγωνιστής με τα γαλανά μάτια που δολοφονήθηκε από τους Βρετανούς μέσα στο σπίτι του

  • Post author:
  • Post category:Νέα

Της Ελίνας Σταματίου

«Εν κλαίω για τον θάνατο του γιού μου, είμαι περήφανη γι αυτόν»… Τι κι αν είχαν περάσει μόλις μερικοί μήνες από την μέρα που έθαψε το παιδί της, η μάνα Ελένη Χατζηθεοδοσίου, μιλώντας το 1958 στο γνωστό περιοδικό της εποχής «Τάιμς οφ Σάιπρους» με αυτά τα λόγια περιέγραφε στον δημοσιογράφο το πώς ένιωθε για τον χαμό του γιού της Θεοδόση.

Ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου γεννήθηκε στους Στύλλους της Αμμοχώστου το 1923. Είχε πέντε αδέρφια, τον Κυριάκο, τον Βάσο, τον Χαράλαμπο, τον Μιχάλη και την Παναγιώτα, ενώ από τους γονείς του ζούσε μόνο η μητέρα του Ελένη, αφού ο πατέρας συνελήφθη στα Οκτωβριανά του 1931, βασανίστηκε και πέθανε λίγο αργότερα.

Ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου αν και επιθυμούσε να ασχοληθεί με την φαρμακευτική τελικά ασχολήθηκε με τη γεωργία και τα χωράφια της οικογένειας προκειμένου να προσφέρει μόρφωση στα μικρότερα αδέλφια του.

Ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου

Με την έναρξη του αγώνα τόσο ο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας εντάχθηκαν στην ΕΟΚΑ βοηθώντας στην εκτύπωση φυλλαδίων αλλά και στη φιλοξενία ανταρτών και καταζητουμένων σε κρησφύγετο που είχαν κατασκευάσει μέσα στο σπίτι. Ο ίδιος ο Θεοδόσης εξάλλου, εκτός από υπεύθυνος της ΕΟΚΑ στο χωριό του, ήταν και το δεξί χέρι του Τομεάρχη, Παύλου Παυλάκη.

Η μεγάλη έφοδος μια νύχτα του Δεκέμβρη

Τη νύχτα της 17ης Δεκεμβρίου 1957 στρατός και αστυνομία, έχοντας προφανώς πληροφορίες για τη δράση του Χατζηθεοδοσίου στην ΕΟΚΑ, περικύκλωσαν το σπίτι της οικογένειας στους Στύλλους και ξεκίνησαν εξονυχιστικές έρευνες.

Εντός της οικίας εκείνη τη νύχτα όπως μας είπε μιλώντας στο OMEGAlive ο αδελφότεκνός του που φέρει και το όνομά του, Θεδόσης Χατζηθεοδοσίου, βρίσκονταν ο πατέρας του Κυριάκος και η μάνα τους Ελένη, ενώ ο θείος του Θεοδόσης κοιμόταν σε ένα παρακείμενο νεόκτιστο που είχε φτιάξει και στο οποίο έμενε μόνος.

«Ο πατέρας μου Κυριάκος πλέον έχει φύγει από τη ζωή όπως επίσης και τα υπόλοιπα αδέρφια, εκτός από τον μικρότερο, τον Βάσο. Όταν σκότωσαν τον θείο μου εγώ ήμουν αγέννητος και όλα όσα ξέρω τα άκουσα από τον πατέρα μου και την οικογένεια», σημειώνει Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου, ενώ μιλώντας για τον θείο του λέει πως ήταν ένας αξιολάτρευτος άνθρωπος, που βοηθούσε τους πάντες χωρίς δεύτερη σκέψη.

Για τη νύχτα που οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας και βασάνισαν τον Θεοδόση μέχρι θανάτου, ο αδελφότεκνός του λέει πως απ’ όσα του είχε αναφέρει ο πατέρας του, εκείνο το βράδυ ανακριτές και στρατιώτες των αποικιοκρατικών δυνάμεων περικύκλωσαν το σπίτι της οικογένειας και εισέβαλαν ψάχνοντας και κάνοντας τα πάντα άνω κάτω.

«Μέσα στο σπίτι ο πατέρας μου και τα αδέρφια του είχαν φτιάξει κρησφύγετο στον υπόγειο χώρο του δωματίου που είχαν για τα γουρούνια στην αυλή του σπιτιού. Εκεί αρκετές φορές κρύβονταν αντάρτες της περιοχής, όπως ο Τομεάρχης Αμμοχώστου Παύλος Παυλάκης. Εκείνη τη νύχτα ωστόσο δεν υπήρχε κανένας στο κρησφύγετο»

Παρά τις εξονυχιστικές έρευνες των Βρετανών στο σπίτι της οικογένεις, δεν κατάφεραν να βρουν το κρησφύγετο, αλλά βρήκαν τον πολυγράφο με τον οποίο τυπώνονταν οι προκηρύξεις της οργάνωσης.

«Είχαν περιορίσει τον πατέρα μου και την γιαγιά μου στο ένα μέρος του σπιτιού, ενώ στο άλλο -ένα νεόκτιστο του θείου Θεοδόση στο οποίο έμενε μόνος του- τον υπέβαλαν σε ανάκριση»

«Τον βασάνιζαν για ώρες να τους δώσει πληροφορίες. Ένας από τους ανακριτές ήταν ο διαβόητος Ντίαρ. Ο πατέρας μου και η γιαγιά μου δεν μπορούσαν ωστόσο να τον δουν εκεί που τους είχαν περιορισμένους»

«Κάποια στιγμή τα ξημερώματα της 18ης Δεκεμβρίου –περίπου 02.00-03.00 η ώρα- οι Βρετανοί είπαν στον πατέρα μου, Κυριάκο, ότι ο αδελφός του επιχείρησε να δραπετεύσει και γι αυτό τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν έξω από το σπίτι».

Δραπέτης χωρίς παπούτσια

Όταν ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου έπεσε νεκρός στο δρόμο έξω από το σπίτι του, οι Βρετανοί ζήτησαν από τον αδελφό του που βρισκόταν δίπλα υπό φρούρηση, να τον αναγνωρίσει.

Ο Κυριάκος Χατζηθεοδοσίου πηγαίνοντας στο σημείο που κείτονταν νεκρός ο Θεοδόσης, πρόσεξε ότι δεν υπήρχε καθόλου αίμα, παρά μόνο λίγο που έτρεχε από την μύτη του, ενώ τα παπούτσια του ήταν βγαλμένα και “συσταρισμένα” δίπλα του.

Η εικόνα όπως είχε αποκαλύψει ο Κυριάκος Χατζηθεοδοσίου σε οικογένεια και φίλους, δεν θύμιζε σε τίποτα έναν άνθρωπο που επιχείρησε να δραπετεύσει και έπεσε νεκρός από πυροβολισμούς όπως ισχυρίστηκαν οι Βρετανοί, αφού αν όντως είχε συμβεί κάτι τέτοιο στο χώρο θα υπήρχε αίμα και σίγουρα τα παπούτσια του, ή θα τα φορούσε ή τουλάχιστον θα ήταν πεταμένα σε τυχαίες θέσεις κοντά του. Από την εικόνα που αντίκρισε ο Κυριάκος Χατζηθεοδοσίου, φαινόταν σαν είχαν μεταφέρει τον αδελφό του στο εν λόγω σημείο νεκρό και τον πυροβόλησαν εκεί.

Για τις συνθήκες θανάτου του ήρωα, ο  Διγενής στο «Χρονικό του Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-59» είχε γράψει χαρακτηριστικά: «Τον Δεκέμβριον του 1957 υπέστημεν νέον πλήγμα με τον μαρτυρικόν θάνατον του εκ Στύλλων επιλέκτου στελέχους Θεοδόση Χατζηθεοδοσίου. Ο Χατζηθεοδοσίου ήτο ο ακούραστος αγωνιστής και προστάτης, της οικογένειάς του, η οποία έχασε τον πατέρα του κατόπιν βασάνων και φυλακίσεως κατά την Εξέγερσιν του 1931. Οι Άγγλοι ανακοίνωσαν ότι ούτος εφονεύθη εις τον δρόμον έξωθι της οικίας του, ενώ έτρεχε να απομακρυνθεί κρατών τα υποδήματά του ανά χείρας.Η εκδοχή αύτη είναι απαράδεκτος. Ο Χατζηθεοδοσίου υπέκυψεν εις τα φρικτά βασανιστήρια εντός της οικίας του και μεταφερθείς εις τον δρόμον επυροβολήθη.Τούτο συνάγεται εκ του ότι εις το υποτιθέμενον σημείον όπου επυροβολήθη δεν υπήρχον ίχνη αίματος, τα δε υποδήματά του ευρίσκοντο τοποθετημένα εν τάξει δίπλα του και ουχί ριγμένα ατάκτως. Η γηραιά μήτηρ του και ο αδελφός του ευρίκοντο απομονωμένοι εις άλλην οικίαν, πλησίον ευρισκομένη».

“Δεν αντελήφθην πληγάς εις άλλα σημεία του νεκρού… Είναι ενδεχόμενο να μην έχω παρατηρήσει όλας τας πληγάς”

Το σενάριο ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου να βασανίστηκε μέχρι θανάτου μέσα στο σπίτι του και μετά να μεταφέρθηκε νεκρός έξω στο δρόμο και να πυροβολήθηκε για να γλιτώσουν από τις βαριές ευθύνες οι δολοφόνοι του, ενισχύεται εξάλλου κι από την αποκαλύψη που είχε κάνει μια γειτόνισσα η οποία, όπως μάς λέει ο αδελφότεκνος του ήρωα, είχε πει στον πατέρα του, Κυριάκο, ότι ήταν εκείνη που βοήθησε να ντύσουν τον νεκρό για την κηδεία, και είχε δει το σώμα του να είναι γεμάτο κακώσεις και σημάδια από χτυπήματα.

Η αδελφή του ήρωα, Παναγιώτα

Στην ιατροδικαστική έρευνα ωστόσο που ακολούθησε τον θάνατο του Θεοδόση, ο γιατρός που διενήργησε τη νεκροτομή είχε γράψει στην έκθεσή του:

“Την 18η Δεκεμβρίου 1957 διενήργησα νεκροψίαν εν τω νοσοκομείο Αμμοχώστου. Ο αποθανών ενεγνωρίσθη υπό του αδελφού του. Επ αυτού υπήρχε εν μόνον σημείο εισόδου σφαίρας, πλησίον του στήθους. Η σφαίρα διαπέρασε την καρδίαν, το διάφραγμα, το άνω μέρος του νεφρού και εσταμάτησε εις την σπονδυλικήν στήλη, οπόθεν την εξήγαγον και την παρέδωσε εις το αστυνομικό τμήμα εγκληματολογικών ερευνών Αμμοχώστου. Το περικάρδιον ήτο πλήρες αίματος. Ο θάνατος επήλθεν ακαριαίος, συνεπεία καταστροφής της καρδίας και οξείας αιμορραγίας… Δεν αντελήφθην πληγάς εις άλλα σημεία του νεκρού… Είναι ενδεχόμενο να μην έχω παρατηρήσει όλας τας πληγάς. Η απόστασις από την οποία ο Χατζηθεοδοσίου είχε πυροβοληθεί, ήτο πέραν της μίας υάρδας. Επί του σώματος η σφαίρα ήτο σχεδόν οριζόντια, ελαφρώς προς τα κάτω. Είναι αδύνατο να είπω αν ο πυροβοληθείς εκάθητο ή εστέκετο όταν επυροβολήθη”

Αποστολή εξαφάνισης απόρρητων εγγράφων της οργάνωσης

Κι ενώ η οικογένεια θρηνούσε τον θάνατο του 34χρονου αγωνιστή, η χαροκαμμένη μάνα είχε το σθένος ακόμη και τότε να προστατεύσει τους συναγωνιστές του και τον αγώνα, εξαφανίζοντας με μαεστρία απόρρητα έγγραφα της οργάνωσης που υπήρχαν στο σπίτι το οποίο οι Βρετανοί συνέχιζαν να ξηλώνουν ψάχνοντας για οτιδήποτε σχετικό με την ΕΟΚΑ.

«Η γιαγιά μου μετά τον θάνατο του Θεοδόση, κι ενώ οι Βρετανοί συνέχιζαν τις έρευνες, με αφορμή ότι έπρεπε να ταΐσει τα ζώα πήρε αρκετά έγγραφα του αγώνα τα έκανε κομμάτια και τα ζύμωσε μαζί με πίτουρα και τα έδωσε στα ζώα, κι έτσι δεν κατάφεραν να τα βρουν ποτέ», μάς λέει ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου.

Λαοθάλασσα για το ύστατο χαίρε

Μετά τον θάνατο του 34χρονου Αμμοχωστιανού, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Κυριάκο και την μάνα Ελένη, την οποία ωστόσο άφησαν ελεύθερη λίγο μετά. Τον Κυριάκο όμως τον καταδίκασαν σε ισόβια, αλλά τον αθώωσαν στην έφεση που άσκησε, επειδή δεν είχαν αρκετά στοιχεία εναντίον του. Όταν καταδικάστηκε ο Κυριάκος, ο μικρότερος αδερφός της οικογένειας, Βάσος,  ήταν επίσης στη φυλακή, έχοντας καταδικαστεί σε επταετή κάθειρξη για μεταφορά εκρηκτικών.

Παρά τις εκκλήσεις της οικογένειας να δοθεί άδεια στα δύο αδέρφια να παρευρεθούν στην κηδεία του Θεοδόση, οι Βρετανοί δεν το επέτρεψαν.

«Και ο πατέρας μου και ο Βάσος την ημέρα της κηδείας του αδελφού τους ήταν κρατούμενοι στις φυλακές. Ζήτησαν με επιστολές τους στον Κυβερνήτη να τους δοθεί άδεια για να παραστούν στην κηδεία, αλλά δεν τους άφησαν», λέει ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου.

«Την ημέρα της κηδείας εξάλλου, οι Βρετανοί είχαν κόψει τους δρόμους προς το χωριό για να εμποδίσουν τον κόσμο να παρευρεθεί, αλλά άνθρωποι από τους Στύλλους και τα γύρω χωριά πήγαν μέσα από τα χωράφια. Για το ύστατο χαίρε είχαν μαζευτεί περίπου πέντε χιλιάδες άτομα»

«Εν κλαίω για τον θάνατο του γιού μου, είμαι περήφανη γι αυτόν»

Έξι μήνες μετά τον θάνατο του αγωνιστή, και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 1958 το τότε επιτυχημένο περιοδικό της Κύπρου «Τάιμς οφ Σάιπρους» κάνει ένα εκτενές αφιέρωμα στην υπόθεση του Θεοδόση Χατζηθεοδοσίου και τις «μυστηριώδεις» όπως χαρακτήριζε «συνθήκες θανάτου του».

Η μάνα της οικογένειας, Ελένη Χατζηθεοδοσίου.

Στο πλαίσιο του δημοσιεύματος ο δημοσιογράφος του περιοδικού είχε συναντηθεί και είχε μιλήσει με την χαροκαμένη μάνα Ελένη Χατζηθεοδοσίου, η οποία αν και είχαν περάσει μόλις λίγοι μήνες από την μέρα που έθαψε το παιδί της, είχε πει με δύναμη ψυχής: «Εν κλαίω για τον θάνατο του γιού μου, είμαι περήφανη γι αυτόν».

Για την 17η Δεκεμβρίου, την ημέρα που ο Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου θα έπεφτε νεκρός από τα χέρια των αποικιοκρατών, το ρεπορτάζ της τότε εποχής έγραφε:

«Το βράδυ της ημέρας εκείνης ένας κρύος αέρας φυσούσε και μια παγωνιά απλωνόταν παντού. Ο Θεοδόσης πήγε στο καφενείο του χωριού για να ακούσει τα νέα της ημέρας, επειδή όμως αισθανόταν λιγάκι αδιάθετος γύρισε νωρίς στο σπίτι του, για να μην ξανά βγει πια ζωντανός, γιατί πριν πριν ακόμα ξημερώσει η άλλη μέρα, βρισκόταν νεκρός λίγα μέτρα πιο πέρα από το σπίτι του αφού πρώτα πυροβολήθηκε από αστυνομικούς και στρατιώτες, γιατί όπως δήλωσαν αργότερα, αρνήθηκε να σταματήσει όταν τον διέταξαν».

Στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα, όπως είχε διηγηθεί στον δημοσιογράφο του περιοδικού «Τάιμς οφ Σάιπρους», τότε, ο αδελφός του Κυριάκος, «στρατός και αστυνομία περικύκλωσαν την περιοχή που βρισκόταν το πατρικό σπίτι της οικογένειας στους Στύλλους. Ο Κυριάκος άλλωστε ήταν εκείνος που αμέσως μετά το συμβάν κλήθηκε να αναγνωρίσει το νεκρό σώμα του αδελφού που κείτονταν ακόμη στο πεζοδρόμιο έξω από την οικία».

Στο ρεπορτάζ αναφερόταν εξάλλου πως «αμέσως μετά τον θάνατο του Θεοδόση, ο υπεύθυνος αξιωματικός του αστυνομικού και στρατιωτικού αποσπάσματος, έριξε αρκετές φωτοβολίδες στον αέρα, σαν σύνθημα, ενώ λίγη ώρα αργότερα πολυάριθμος στρατός και αστυνομία κατέφθασαν στο χωριό και επέβλαν κέρφιου. Αργότερα μερικοί στρατιώτες ισχυρίστηκαν ότι στο σπίτι του Θεοδόση βρήκαν τρία περίστροφα σε μία σπασμένη στάμνα καθώς και έγγραφα της ΕΟΚΑ στο πατρικό του σπίτι. Αμέσως μετά ο Κυριάκος που κοιμόταν στο πατρικό του σπίτι με την μητέρα του, Ελένη, ετέθη υπό κράτηση και οδηγήθηκε στον τόπο όπου βρισκόταν ο αδελφός του ξαπλωμένος, νεκρός πια, με έκπληξη όμως παρατήρησε ότι φορούσε τα ρούχα του. Πρόσεξε ακόμη ότι πουθενά δεν υπήρχε αίμα, εκτός από λίγο που έτρεχε από την μύτη του. Αργότερα μάλιστα κατηγορήθηκε με την μητέρα του ότι ήταν μέλη της ΕΟΚΑ και ότι είχαν στην κατοχή τους όπλα και πυρομαχικά, στη δίκη όμως η μητέρα του αθωώθηκε, και ο Κυριάκος βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ισόβια για να αθωωθεί αργότερα στο εφετείο».

Προσωπικά αντικείμενα του ήρωα όπως φυλάσσονται στο Μουσείο Αγώνος στο Όμοδος

«Στις 6 το πρωί της 18ης Δεκεμβρίου 1957, μία ομάδα από 10 στρατιώτες και έναν αξιωματικό του ειδικού κλάδου αστυνομίας που μιλούσε ελληνικά, κτύπησαν την πόρτα της αδελφής του Θεοδόση, Παναγιώτας, που βρίσκεται στην μέση του χωριού, και ανακοίνωσαν σε αυτή και στον γαμπρό του ότι ο Θεοδόσης πυροβολήθηκε από στρατιώτες γιατί αρνήθηκε να σταματήσει όταν τον διέταξαν. Ζήτησαν μάλιστα από τον γαμπρό του να πάει μαζί τους στο νοσοκομείο Αμμοχώστου για να πιστοποιήσει στον ιατροδικαστή την ταυτότητά του, πράγμα το οποίο έκανε».

Πηγή: omegalive