You are currently viewing Πλάτρες 1956: Ο «άγνωστος» νεκρός της μαρτυρίας ενός Βρετανού στρατιώτη

Πλάτρες 1956: Ο «άγνωστος» νεκρός της μαρτυρίας ενός Βρετανού στρατιώτη

  • Post author:
  • Post category:Νέα

Της Ελίνας Σταματίου

Οι φωνές των κρατουμένων στα κελιά σκέπαζαν τους ήχους του εγκλήματος εκείνης της νύχτας. «Yes sir! Yes sir! Yes sir!» Αν κάποιον τον πρόδιδε η κούραση και έκλεινε για λίγο τα μάτια, ξυπνούσε από τα χτυπήματα των γκλομπς, κι αν αυτό δεν ήταν αρκετό, τότε περνούσε και μερικές ώρες μέσα στο παγωμένο νερό της γούρνας που υπήρχε έξω στο χιονισμένο στρατόπεδο των Πλατρών.

Ήταν ξημερώματα της 19ης Νοεμβρίου του 1956 όταν ο 31χρονος αγωνιστής της ΕΟΚΑ Ανδρέας Παναγιώτου ανακρίθηκε μέχρι θανάτου από τους Βρετανούς.

Κάπου εκεί στο ίδιο στρατόπεδο ένας 19χρονος Βρετανός στρατιώτης θα μάθει μερικές μέρες αργότερα από τον καλύτερό του φίλο, δεκανέα στο τάγμα που υπηρετούσαν, πως ένας κρατούμενός τους πέθανε από βασανιστήρια. Δεν έμαθε ποτέ το όνομα του ανθρώπου αυτού, αλλά σήμερα στα 82 του χρόνια από την μακρινή Αυστραλία που ζει, και έχοντας τη γενναιότητα που, όπως παραδέχεται, δεν είχε τότε, καταθέτει για πρώτη φορά την μαρτυρία του, αλλά και όλα όσα έζησε τα δύο χρόνια της θητείας του στην Κύπρο.

«Δεν ήμουν αρκετά γενναίος για να μιλήσω…»

Ο Μπράιαν Ρόμπερτσον από το Άμπερντεν της Σκωτίας, 82 ετών και μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας σήμερα, ήταν κι αυτός ένας από τους χιλιάδες Βρετανούς που την περίοδο ΄55-’59 κλήθηκαν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία στην Κύπρο.

Ο Ρόμπερτσον εντάχθηκε στις τάξεις του βρετανικού στρατού και συγκεκριμένα του πρώτου Τάγματος των Gordon Highlanders, το οποίο μεταφέρθηκε στην Κύπρο το 1955 και παρέμεινε μέχρι και τον Δεκέμβρη του 1956, οπόταν και αποχώρησε.

Η στρατιωτική περιπέτεια του κ. Ρόμπερτσον ξεκίνησε από το στρατόπεδο του Ξερού (Aberdeen Camp) τον Οκτώβριο του 1955 στο οποίο παρέμεινε μέχρι μέσα Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου.

Από εκεί ο λόχος του μεταφέρθηκε στο Pinewood του Τροόδους όταν οι Εγγλέζοι ενέτειναν τις έρευνές τους για εντοπισμό και σύλληψη ανταρτών, ενώ τον Μάιο του 1956 επέστρεψε στον Ξερό.

Αρχές Αυγούστου του 1956 ο ίδιος μαζί με το αρχηγείο του τάγματός του κατέληξαν στο Forest Park των Πλατρών όπου και παρέμειναν μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας τους, στις 21 Δεκεμβρίου του 1956.

Ο Μπράιαν Ρόμπερτσον τότε και σήμερα

Ο κ. Ρόμπερτσον στη συνομιλία που είχαμε, μου μίλησε για τα φαντάσματα του παρελθόντος, αλλά και για τις εμπειρίες που έζησε ως απλός στρατιώτης στην Κύπρο, κάποιες από τις οποίες τον στοιχειώνουν μέχρι σήμερα.

«Μία από τις χειρότερες αποστολές που είχαμε ήταν η διεξαγωγή ερευνών μέσα σε σπίτια χωρικών. Μισούσα αυτή τη διαδικασία και ήξερα ότι ήταν λάθος, αλλά δεν ήμουν αρκετά γενναίος για να μιλήσω. Προσπαθούσα να το αποφεύγω, αλλά όταν δεν μπορούσα, εκτελούσα τα καθήκοντά μου όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Άλλοι στρατιώτες, όμως, έβλεπαν αυτές τις έρευνες σαν μια καλή ευκαιρία εκδίκησης της ΕΟΚΑ. Γι΄ αυτό και μπαίνοντας στα σπίτια ντόπιων, έσπαζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους»

Ρωτώντας τον για το θέμα των βασανιστηρίων, ο Μπράιαν Ρόμπερτσον παραδέχθηκε πως τότε δεν γνώριζε τίποτα για όσα συνέβαιναν μέσα στα κρατητήρια, αλλά θυμάται μία περίπτωση που του είχε αποκαλύψει ο καλύτερός του φίλος και δεκανέας του ιατρείου του Τάγματος των Gordon Highlanders, Κέβιν Τέιλορ, ο οποίος πέθανε πριν ένα χρόνο.

Σε κόκκινο κύκλο ο Κέβιν Τέιλορ

«Με τον Κέβιν υπηρετήσαμε μαζί στον Ξερό τέλος του 1955 και έπειτα στο Τρόοδος και τις Πλάτρες μαζί με τον λόχο μας. Κάποια μέρα λοιπόν, δεν θυμάμαι ακριβή ημερομηνία, ο Κέβιν μου είπε πως ο νεαρός γιατρός που είχαμε στο Τάγμα και ο οποίος είχε τον βαθμό του λοχαγού, αρνήθηκε να υπογράψει το πιστοποιητικό θανάτου ενός κρατούμενου αγωνιστή που βρέθηκε νεκρός, γιατί όλη την προηγούμενη νύχτα τον είχαν δεμένο μέσα σε μια δεξαμενή με νερό. Γι’ αυτό και οι υπεύθυνοι αναγκάστηκαν να φέρουν κάποιον άλλο παλιό στρατιωτικό γιατρό για να υπογράψει. Δεν έμαθα ποτέ ποιο ήταν το όνομα του κρατούμενου που πέθανε στο στρατόπεδό μας»

«Τότε δεν γνώριζα τίποτα, σήμερα όμως είμαι βέβαιος ότι Βρετανοί συμμετείχαν σε βασανιστήρια κατά κρατουμένων. Και όσο μεγαλώνω τόσο πιο σίγουρος είμαι γι΄ αυτό»

Αριστερά Ρόμπερτσον και δεξιά Τέιλορ στο στρατόπεδο Ξερού

Ο «άγνωστος» νεκρός της μαρτυρίας Ρόμπερτσον

Η συγκλονιστική μαρτυρία του 82χρονου Βρετανού με έκανε να ανατρέξω στα αρχεία της εποχής, σε μία προσπάθεια να βρω με ποιον από τους 14 συνολικά  θανατωθέντες από βασανιστήρια του ’55-59, συνδέεται.

Ο κ. Ρόμπερτσον υπηρέτησε στην Κύπρο από τον Οκτώβριο του 1955 μέχρι τέλος Δεκεμβρίου του 1956. Σε εκείνο το διάστημα μέσα στα κολαστήρια των βρετανικών ανακριτηρίων πέθαναν δύο μέλη της ΕΟΚΑ, ο Γεώργιος Νικολάου και ο Ανδρέας Παναγιώτου. Ο πρώτος στις 13 Νοεμβρίου 1956 στο στρατόπεδο του Ξερού και ο δεύτερος έξι μέρες αργότερα στα κρατητήρια των Πλατρών.

Από τις δύο αυτές περιπτώσεις, η μόνη που χωρο-χρονικά ταιριάζει απόλυτα με την μαρτυρία του Βρετανού βετεράνου είναι αυτή του Ανδρέα Παναγιώτου που βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις Πλάτρες το πρωί της 19ης Νοεμβρίου 1956.

Ο Ανδρέας Παναγιώτου

«Μας έβαζαν να φωνάζουμε ‘Yes sir!’ όλη νύχτα»

Στις 8 Νοεμβρίου του 1956, ο Ανδρέας Παναγιώτου από τον Πολύστυπο συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στα κρατητήρια των Πλατρών, μαζί με άλλους είκοσι περίπου άνδρες της περιοχής. Ανάμεσά τους, οι φίλοι και συναγωνιστές του, Ανδρέας Δαμιανού και Κυριάκος Ξενοφώντος. Οι δύο αυτοί άνθρωποι τοποθετήθηκαν μαζί με τον Παναγιώτου και άλλα τέσσερα άτομα στο ίδιο δωμάτιο-κελί, και είχαν την ατυχία να ζήσουν τις τελευταίες του στιγμές.

Ο Ανδρέας Δαμιανού, συνταξιούχος ακαδημαϊκός, μιλώντας για πρώτη φορά δημόσια για εκείνες τις εφιαλτικές μέρες που έζησε ως κρατούμενος των Άγγλων, δεν μου έκρυψε πως οι εικόνες των όσων είδε και βίωσε, τον ακολουθούν μέχρι σήμερα.

«Αρχικά μας είχαν βάλει τρεις-τρεις σε κάθε κελί, ουσιαστικά ήταν δωμάτια ενός παλιού ξενοδοχείου της περιοχής, που οι Άγγλοι είχαν μετατρέψει σε στρατόπεδο και κέντρο κράτησης»

Για τις ανακρίσεις ο Δαμιανού θυμάται πως αυτές γίνονταν πάντα νύχτα. Τον ίδιο μάλιστα όπως μου αποκάλυψε, τον έβγαζαν γυμνό στο χιόνι, ενώ πολλές φορές τον τοποθετούσαν μέσα σε μια γούρνα με παγωμένο νερό. Το χειρότερο βασανιστήριο όμως ήταν το βράδυ, όταν έπαιρναν κάποιον για ανάκριση.

«Εμάς τους υπόλοιπους μας υποχρέωναν να φωνάζουμε όλη νύχτα ασταμάτητα ‘Yes, sir!’, προφανώς για να καλύπτουμε με τη φωνή μας τα χτυπήματα και τις κραυγές αυτού που βασάνιζαν. Όταν κάποιου έκλειναν τα μάτια και σταματούσε το ‘Yes, sir’, οι στρατιώτες, τον χτυπούσαν στο κεφάλι με γκλομπς. Ήταν εξουθενωτικό! Να μην αντέχεις, να κλείνουν τα μάτια σου και να πρέπει να φωνάζεις το ίδιο πράγμα συνέχεια μέχρι το ξημέρωμα»

Παρά την πάροδο έξι δεκαετιών ο κ. Δαμιανού θυμάται ακόμη τη νύχτα που είδε για τελευταία φορά τον Ανδρέα Παναγιώτου.

«Τη νύχτα πριν ξεψυχήσει τον έφεραν στο δωμάτιο που ήμουν κι εγώ. Ο άνθρωπος που θυμόμουν, που ήταν πάντα χαρούμενος, ευδιάθετος, γελαστός, δεν υπήρχε πια. Είδα έναν άνθρωπο εξαντλημένο, σκυθρωπό, αλλά με το βλέμμα του ακόμη σπινθηροβόλο, όπως το ήξερα. Για κάποιο λόγο όταν τον έβαλαν μαζί μου, με απέφευγε. Εγώ πήγαινα κοντά του τον ρωτούσα αν είναι καλά, αλλά δεν μου μιλούσε. Μόνο όταν τον ρώτησα αν του έδωσαν να φάει κάτι, έγνεψε με το κεφάλι ‘όχι’. Μετά τον ρώτησα αν θέλει να πω να του φέρουν κάτι να φάει και μου έγνεψε με το κεφάλι ‘ναι’. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν έτσι, τόσο απόμακρος, σαν να του ήμουν άγνωστος, αργότερα όμως το κατάλαβα… δεν ήθελε οι Άγγλοι να τον συνδέσουν μαζί μου, προσπαθούσε να με προστατέψει»

«Πήγα στον φρουρό και τον παρακάλεσα να φέρει κάτι για να φάει. Ήταν καλό παιδί ο φρουρός και πήγε και έφερε λίγο σταφύλι. Του το έδωσα και άρχισε να τρώει. Χάρηκα που τον έβλεπα να τρώει. Όμως ενώ δεν είχε προφτάσει να φάει 3-4 ρώγες, μπήκε μέσα στο δωμάτιο ένας Άγγλος, τον τράβηξε σηκωτό και τον έβγαλε έξω»

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν ήρθαν και τον πήρανε… από τη μια στιγμή στην άλλη φωτίστηκε το πρόσωπό του, χαμογέλασε, ξανά είδα για ένα δευτερόλεπτο τον Αντρέα που ήξερα. Μου ψέλλισε κάτι, αλλά δεν κατάλαβα. Εκείνη τη νύχτα μας έβαλαν πάλι να φωνάζουμε ‘Yes, sir!’ και κάπου στο ξημέρωμα μας άφησαν να σταματήσουμε… Είχαν σκοτώσει τον Αντρέα»

«Μου έδωσαν να πλύνω μια κατσαρόλα γεμάτη με αίμα…»

Ο δεύτερος από τους επτά κρατούμενους στο κελί του Παναγιώτου, ο συναγωνιστής του Κυριάκος Ξενοφώντος, στα 90 του σήμερα, μου επιβεβαίωσε στην επικοινωνία που είχαμε, όλα όσα μου είπε ο Ανδρέας Δαμιανού, ενώ μου περιέγραψε και τη δική του εμπειρία όταν ένα βράδυ τον πήραν για ανάκριση.

«Ήταν η νύχτα της 16ης Νοεμβρίου του 1956. Στο δωμάτιο υπήρχαν επτά ανακριτές. Για δυόμισι ώρες με χτυπούσαν αλύπητα. Ήθελαν να τους αποκαλύψω μυστικά του αγώνα και να προδώσω για μια επιχείρηση της ΕΟΚΑ στην Κυπερούντα. Τους είπα δεν ξέρω τίποτα. Εκείνη τη στιγμή άρχισε το άγριο ξύλο. Θυμάμαι ο τοίχος του δωματίου ήταν πέτρινος και η πέτρα δεν ήταν λεία. Έπαιρναν το κεφάλι μου και το χτυπούσαν με δύναμη πάνω σε εκείνο τον τοίχο.Ο Θεός ξέρει πώς άντεξα»

«Ο εφιάλτης μας στις Πλάτρες κράτησε 22 μέρες. Του θείου μου του ιερέα που είχε συλληφθεί κι αυτός μαζί μας, έμαθα ότι έβαλαν τα σκυλιά και δάγκωσαν τα γεννητικά του όργανα. Κάποια στιγμή, μάλιστα, μου έδωσαν μια κατσαρόλα για να την πλύνω. Μέσα ήταν γεμάτη αίμα… Όταν την είδα σκέφτηκα ότι το αίμα αυτό ίσως να ήταν του θείου μου του παπα-Γιάννη»

Πιστοποίηση θανάτου στις Πλάτρες από γιατρό του BMH!

Σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα της υπόθεσης, όπως αυτά φυλάσσονται στο Κρατικό Αρχείο, ο πρώτος άνθρωπος που εξέτασε το νεκρό σώμα του Ανδρέα Παναγιώτου ήταν ο στρατιωτικός γιατρός Φίλιπ Μπάρκερ.

Η βάση του εν λόγω γιατρού, ήταν 85 χιλιόμετρα μακριά και συγκεκριμένα στο British Military Hospital (BMH) της Λευκωσίας, παρόλα αυτά κλήθηκε να πιστοποιήσει τον θάνατο του Παναγιώτου, γιατί όπως είχε υποστηρίξει τότε στην κατάθεσή του, βρέθηκε «προσωρινά» στις Πλάτρες για υπηρεσία. Το στοιχείο αυτό με έκανε να φέρω ξανά στην μνήμη μου αυτό που μου είχε πει ο Μπράιαν Ρόμπερτσον, για την άρνηση του γιατρού του τάγματός του να υπογράψει ένα πιστοποιητικό θανάτου, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την κλήση άλλου γιατρού πιο πρόθυμου για την άχαρη δουλειά.

Τα αποκαλυπτήρια της ιατροδικαστικής

Το νεκρό σώμα του νεαρού αναγνώρισε στο νεκροτομείο Λευκωσίας στις 20 Νοεμβρίου ο πατέρας του, Παναγής Φτελλής.

Από την κηδεία του αγωνιστή στον Πολύστυπο

Στην έκθεση που συνέταξε ο γιατρός Κλέρκιν μετά τη νεκροτομή αναφερόταν μεταξύ άλλων πως εντοπίστηκαν μώλωπες σε γόνατα, πατούσες, δάχτυλα δεξιού ποδιού, αγκώνες, χέρια, λεκάνη, άνω χείλος, και μύτη. Τραύματα υπήρχαν και στο εσωτερικό του στόματος, ενώ το πρόσωπο και ο λαιμός ήταν μαυρισμένα και πρησμένα. Στην κοιλιά υπήρχε εκτεταμένη αιμορραγία, ενώ 8 αριστερά πλευρά ήταν σπασμένα. Στο πάνω μέρος του κεφαλιού υπήρχαν πολλές μελανιές και το οστό του κρανίου ήταν λεπτότερο του φυσιολογικού.

Στην ετυμηγορία του ο θανατικός ανακριτής καθόρισε πως ο Παναγιώτου πέθανε από ενδοκρανιακή αιμορραγία και καρδιo-αναπνευστική ανακοπή. Σημείωνε επίσης πως δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις για το πώς προκλήθηκαν αυτά τα τραύματα, αλλά «είναι ξεκάθαρο πως προκλήθηκαν κατά την αποτυχημένη απόπειρά του να δραπετεύσει».

Αυτό άλλωστε ισχυρίστηκαν και οι Βρετανοί που κλήθηκαν να δώσουν κατάθεση μετά τον θάνατο του 31χρονου, ανάμεσα στους οποίους και δύο γνωστοί ανακριτές, Τζακ Μπάρλοου και Λάιονελ Σέιβορι, μέλη και οι δύο της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών.

Σέιβορι αριστερά και Μπάρλοου δεξιά

Η έρευνα για τον θάνατο του Παναγιώτου αποτελεί ουσιαστικά κομμάτι μιας ευρύτερης δημοσιογραφικής έρευνας που κράτησε δύο χρόνια και επικεντρώθηκε στις συνθήκες θανάτου όλων των θυμάτων βασανιστηρίων την περίοδο του ΄55-59. Δεκατέσσερις άνδρες, δεκατέσσερα εγκλήματα καλυμμένα με το πέπλο της αποσιώπησης και θαμμένα βαθιά στο διάβα του χρόνου.

Στην πορεία κάποιοι έτυχε να με ρωτήσουν, ποιο το νόημα αυτής της προσπάθειας μετά από τόσα χρόνια. Την καλύτερη απάντηση μου την έδωσε κάποια στιγμή η κόρη ενός εκ των 14, του Παναγιώτη Χρυσοστόμου από την Αμμόχωστο, η 70χρονη σήμερα Μαρία Γεωργίου, η οποία μου έγραψε από το μακρινό Εδιμβούργο όπου ζει:

«Επιτέλους μου δόθηκε η ευκαιρία που τόσα χρόνια βασανίζει το μυαλό μου… να μάθω ακριβώς τον τρόπο που πέθανε ο πατέρας μου, όσο μεγάλος κι αν είναι ο πόνος, κι αυτό το οφείλω σε σας. Και πάλι σας ευχαριστώ, ο Θεός να σας έχει καλά!»

Ήμουν πάντα της άποψης ότι με κάποιο παράξενο τρόπο, η ζωή αργά ή γρήγορα φέρνει στην επιφάνεια ακόμη και τα πιο βαθιά θαμμένα μυστικά, και τελικά η ιστορία των δεκατεσσάρων με επιβεβαιώνει, αφού δεν μπορεί παρά να είναι ένα από αυτά…

Πηγή: omegalive