You are currently viewing Ο πρώτος οπλισμός της ΕΟΚΑ

Ο πρώτος οπλισμός της ΕΟΚΑ

Μεταφέρθηκε μυστικά από την Ελλάδα στην ακτή της Χλώρακας πριν από 66 χρόνια. Πώς περιγράφουν την εκφόρτωσή του από το ιστιοφόρο «Σειρήν» οι Λεωνίδας Παπακώστας και Αντρέας Αζίνας

Έκλεισαν αυτές τις μέρες 66 ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που ξεφορτώθηκε από το πλοιάριο «Σειρήν», στις ακτές της Χλώρακας, ο πρώτος οπλισμός για τις ανάγκες του Ένοπλου Απελευθερωτικού Αγώνα, για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού και την Αυτοδιάθεση – Ένωση της Κύπρου μας με τη Μητέρα Ελλάδα. Μια δράκα αγνών πατριωτών της Χλώρακας αγρυπνούσαν στην ακτή με κλεφτοφάναρα, αναμένοντας με μεγάλη λαχτάρα να δουν από τη θάλασσα το φωτεινό σήμα του ιστιοφόρου που μετέφερε το πολύτιμο φορτίο, για να του ανταποδώσουν το απαντητικό σήμα και να προχωρήσει στην ακτή. Ο αρχηγός της ομάδας Λεωνίδας Παπακώστας, με τον φίλο του, Νικόλα Μαυρονικόλα και άλλους αγωνιστές, με εντολή του Αντρέα Αζίνα, καιροφυλακτούν αόρατοι μέσα στης νύχτας τη σκοτεινιά. Θα γράψει αργότερα ο Παπακώστας:

«Αρχές Μαρτίου 1954 ήρθε το καΐκι ‘‘Σειρήν’’. Το είδαμε στα ανοιχτά, του κάναμε τα σήματα με τα κλεφτοφάναρα και ήρθε ακριβώς στο καθορισμένο σημείο. Ήταν περίπου 9 η ώρα μετά το μεσημέρι. Ανέβηκε πάνω ο Αζίνας για συνεννόηση κι εμείς αρχίσαμε την εκφόρτωση. Τον Νικόλα Αζίνα τον στείλαμε να φέρει ένα γαϊδούρι, για τη μεταφορά των κιβωτίων με τα όπλα.

»Εν τω μεταξύ, κατέβηκε και ο Αντρέας Αζίνας από το καΐκι και όλοι μαζί, άλλοι στους ώμους και άλλοι στα χέρια, τα μεταφέραμε μέσα στον ποταμό και τα κρύψαμε στους καλαμιώνες και μέσα στο σπίτι της μηχανής (υδραντλίας) μας. Τελειώσαμε στις πέντε το πρωί και φύγαμε χωρίς να μας αντιληφθεί, ούτε να μας πάρει είδηση κανένας…».

Το πρώτο σημαντικό βήμα του ένοπλου ξεσηκωμού των Ελλήνων της Κύπρου είχε επιτευχθεί, κάτω από άκρα μυστικότητα, στις γαλανές ακρογιαλιές της Χλώρακας, από Ελλαδίτες ναυτικούς και Χλωρακιώτες αγρότες.

Γύρισε στο σπίτι του ο Κώστας Λεωνίδα, κοντά στη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, αλλά ο ύπνος δεν έλεγε να τον πάρει. Από τη μια η ανέκφραστη χαρά του, που ήρθε, επιτέλους, ο πολυαναμενόμενος οπλισμός, και, από την άλλη, ο φόβος μήπως οι αδελφοί του, που δεν είχαν ενημερωθεί σχετικά, πήγαιναν στο σπιτάκι της μηχανής κι αντίκριζαν τα εκεί κρυμμένα ιερά όπλα: Γράφει στα ενθυμήματά του: «Την άλλη μέρα πρωί-πρωί σηκώθηκα και πήγα στο Κτήμα, στο μαγαζί που είχα με τον αδελφό μου Νικόλα… Τον βρήκα εκεί μαζί με τον αδελφό μου Γιώργο και τους ρώτησα: ‘‘Πήγατε στη μηχανή, ποτίσατε;’’. Μου απάντησαν ότι δεν πήγαν, τους ρώτησα αν θα πάνε σήμερα. Μου είπαν πως θα πάνε, με ρώτησαν γιατί τους ρωτώ. Τότε εγώ τους είπα εμπιστευτικά: ‘‘Όταν θα πάτε, να πάτε μόνοι σας, ούτε γονείς, ούτε παιδιά, ούτε γυναίκες, ούτε κανένας άλλος… Ούτε θα βγάλετε τσιμουδιά από το στόμα σας, γιατί χαθήκαμε όλοι, θα πάμε φυλακή…’’. Με ρώτησαν: ‘‘Μα τι συμβαίνει;’’. ‘‘Ακούστε -τους λέω- θα πάτε να ποτίσετε. Ό,τι δείτε, θα ράψετε το στόμα σας… Ούτε στις γυναίκες σας, ούτε στα παιδιά, ούτε σε κανέναν θα πείτε κάτι. Απόψε θα στείλω και τον Κκολιό και θα τα κρύψετε στους σπήλιους. Δεν θα επιτρέψετε σε κανέναν να μπει στη μηχανή. Και προσεχτικά να μη σας δει κανένας. Θα σας μιλήσω αργότερα».

Τα δύο αδέρφια τέλεσαν κατά γράμμα τις εντολές του μεγάλου τους αδελφού, που τον σέβονταν και δεν αντιδρούσαν ποτέ αρνητικά σ’ ό,τι τους ζητούσε ή τους συμβούλευε. Οι εντολές του ήταν θείος νόμος. Μετακίνησαν με μεγάλη προσοχή και υπευθυνότητα τον οπλισμό από το σπιτάκι της μηχανής τους και τον απέκρυψαν, όπως τους παρήγγειλε, στους σπήλιους, που ήταν εκεί κοντά στο χωράφι τους.

Πιο παραστατικά περιγράφει ο Αντρέας Αζίνας την παραλαβή του πρώτου οπλισμού, στο βιβλίο του «50 Χρόνια Σιωπής – Η Ώρα της Αλήθειας»: «Ενωρίς 8 η ώρα, το βράδυ της Παρασκευής, μετά τους Β΄ Χαιρετισμούς, την Άνοιξη του 1954, κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα δυσανασχετισμένοι, βλέπουμε βόρεια του Φάρου της Πάφου να δίδεται από ανοιχτά στη θάλασσα το σήμα: 3 άσπρες γραμμές… Μας κόπηκε η ανάσα. Αμέσως έστειλα τρεις στιγμές κόκκινες, τρεις γραμμές πράσινες και τρεχάλα στο σημείο παραλαβής στην παραλία… Ευτυχώς, με το δεύτερο σήμα, έπαψαν να στέλνουν σήματα από τη θάλασσα. Σε 10 λεπτά κατρακυλήσαμε στην ακτή… Εγώ ανέβηκα ψηλά στα βράχια κι έστειλα το σήμα για καθοδήγηση. Σε λίγο ακούστηκε ο ρυθμικός κρότος εξάτμισης της μηχανής και φαινόταν ο σκούρος όγκος του καϊκιού… Κατέβηκα από τους βράχους, πήγα στην αμμουδιά και με το άσπρο φως του φαναριού καθοδήγησα τη βάρκα στο σημείο που ήμουν. Όταν έφτασε, πήδηξα μέσα.

– Είναι εδώ ο Καπετάν Βαγγέλης; ρώτησα.

– Ναι, εσύ είσαι ο Χρίστος;

– Ναι, αυτήν τη γραμμή θα ακολουθήσετε.

»Προχωρήσαμε δέκα μέτρα απόσταση, έριξε άγκυρα ακριβώς μόλις έφθασα κι εγώ στο καΐκι. Ανέβηκα.

– Γεια σου, Καπετάν Βαγγέλη.

– Γεια σου, Χρίστο.

»Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε. Μου ’δωσε ένα ξύλινο κιβώτιο γιομάτο με πυροκροτητές και μου ’πε ότι έφερνε 46 κιβώτια. Η θάλασσα ήταν ήρεμη. Ούτε καν ένα κύμα.

– Μήπως πρέπει, είπα, ν’ ανέβουν δικοί μου άνθρωποι να βοηθήσουν στο ξεφόρτωμα;

– Όχι, δεν χρειάζονται, μου είπε. Στην ακτή το ξεφόρτωμα θέλει χέρια…

– Ρίχτε τα στην ακτή και φύγετε. Εμείς θα κάνουμε τη δουλειά μας, είπα. Και μην ξεχνάς, Καπετάνιε, φεύγοντας τα πρώτα 30 λεπτά αγάλι -αγάλι. Μη μαρσάρεις…».

Σε μια ώρα τέλειωσε το ξεφόρτωμα. Ο Αζίνας φύλαγε ανοιχτά από την ακτή. Ξεκίνησε το καράβι μετά την τελευταία εκφόρτωση κι έβαλε φουλ μηχανή. Ξέχασε ο Καπετάν Βαγγέλης ότι συμφώνησαν ν’ απομακρυνθεί σιγά-σιγά για να μην προκαλέσει θόρυβο. Χαλασμός κόσμου μέσα στη νύχτα. «Τρανταχτήκαμε, σταματήσαμε και κρυφτήκαμε για κάμποση ώρα… Νηνεμία. Τροχάδην η μεταφορά του οπλισμού. Προσωρινά στην αρχική θέση της απόκρυψης, σ’ ένα σπιτάκι αντλητικού συγκροτήματος, μέσα στον ποταμό κάποιου συγγενή μας…».

Στο μεταξύ, ο θείος του Αντρέα, Νικόλας Αζίνας, που επιτηρούσε τις κινήσεις στο χωριό, αγωνιούσε όσο περνούσε η ώρα και δεν γύριζαν οι αγωνιστές. Όσο πήγαινε να χαράξει και σημάδι δεν φαινόταν, μαύρα φίδια τον έζωναν. Του φυσούσε και δεν κρύωνε. Μαύρες σκέψεις και υποθέσεις τον έδερναν. Και τα βασανιστικά «γιατί», πολλά.

Ερόδισε η Ανατολή και η Πούλια πήγαινε στη Δύση, όταν οι πρωτοπόροι αγωνιστές της Χλώρακας, αφού μετέφεραν τον πρώτον οπλισμό στο υποστατικό της υδραντλίας των αδελφών Λεωνίδα Παπακώστα και στον παρακείμενο καλαμιώνα, άρχισαν, με χίλιες – δυο προφυλάξεις, να γυρίζουν στα σπίτια τους, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από κανέναν.

Τα 46 μεγάλα κιβώτια, που ξεφορτώθηκαν από το ιστιοφόρο «Σειρήν», περιείχαν:

– Δύο πολυβόλα ιταλικά.

– Τρία οπλοπολυβόλα αγγλικά «Μπρεν».

– Τρία οπλοπολυβόλα ιταλικά «Μπρέντα» (από τα οποία το ένα όχι σε καλή κατάσταση).

– Τέσσερα αυτόματα «Τόμιγκαν».

– Δεκαεπτά αυτόματα «Στεν» και «Στάγιερ».

– Σαράντα εφτά τυφέκια διαφόρων τύπων.

– Επτά περίστροφα.

– Χίλια εκατό φυσίγγια αγγλικά.

– Τρεις χιλιάδες εξακόσια πενήντα φυσίγγια ιταλικού πολυβόλου και οπλοπολυβόλου.

– Εννέα χιλιάδες οκτακόσια φυσίγγια ιταλικού τυφεκίου.

– Δέκα χιλιάδες τετρακόσια φυσίγγια «Στεν».

– Διακόσια φυσίγγια ελληνικού τυφεκίου.

– Πεντακόσια δέκα οκτώ φυσίγγια περιστρόφου.

– Διακόσιες ενενήντα χειροβομβίδες.

– Είκοσι κιλά εκρηκτικών υλών και πυραγωγό σχοινί.

Γράφει στ’ «Απομνημονεύματά» του ο Αρχηγός Διγενής, για τον πρώτο αυτόν οπλισμό: «Με τα υλικά αυτά ήρχισα τον Αγώνα και τον συνετήρησα επί εν περίπου έτος, οπότε επετεύχθη μικρά ενίσχυσίς μου…».

Για ν’ αντιληφθεί κάποιος πόσο δύσκολο ήταν να εξευρεθεί οπλισμός για τον Ένοπλο Απελευθερωτικό μας Αγώνα, πρέπει να επισημανθεί ότι: Τόσο η κυβέρνηση του Στρατάρχη Παπάγου, όσο και η διάδοχη κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή, όχι μόνο δεν διέθεσαν ούτε ένα φυσίγγιο για τον Αγώνα, αλλά αντίθετα απαγόρευσαν αυστηρά την προμήθεια οποιουδήποτε υλικού από τις στρατιωτικές αποθήκες. Παρά τις δυσκολίες και την αρνητική στάση των κυβερνήσεων του αθηναϊκού κράτους, ο Ελληνισμός της Κύπρου διεξήγε με επιτυχία των Αγώνα στα πεδία των μαχών, μ’ επικεφαλής τον θρυλικό Διγενή. Οι ηγεσίες όμως της Ελλάδας και της Κύπρου δεν κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν τις επιτυχίες αυτές και, αντί στην Ένωση, που ήταν ο στόχος του επικού Αγώνα της ΕΟΚΑ, οδήγησαν την Κύπρο στα δεσμά της επάρατης Ζυρίχης.

Του Χαράλαμπου Χαραλαμπίδη

Πηγή: simerini.sigmalive.com