You are currently viewing Έτσι άρχισε ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία των Ελλήνων

Έτσι άρχισε ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία των Ελλήνων

Ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Κέντρο Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμινχαμ (University of Birmingham: Centre for Byzantine, Ottoman and Modern Greek Studies) ως κλασικίστρια ήμουνα πολύ τυχερή στην πρόσληψη της ελληνικής αρχαιότητας στις συναναστροφές με Οθωμανολόγους και Βυζαντινολόγους κυρίως της ύστερης περιόδου. Μια διάλεξη τον πρώτο Οκτώβριο στη Μεγάλη Βρετανία αφορούσε στην περιοδολόγηση του Νέου Ελληνισμού είτε από το 1204, είτε μεταγενέστερα. Ο ομιλητής μας υπέδειξε το έτος της φραγκικής άλωσης ως το έτος μηδέν. Ο Απόστολος Βακαλόπουλος έχει ως terminus post quem την ίδια ημερομηνία, ήτοι το 1204. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους μέχρι και τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, δυο δύσκολα γεγονότα, εκείνα δυστυχώς θέτουνε τα όρια από το μεγάλο πανεπιστημιακό δάσκαλο για τη νέα εποχή στο Γένος μας.

Ο Απόστολος Βακαλόπουλος με την «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» μας δίνει ένα έργο-σταθμό με τη νεοελληνική συνείδηση να προέρχεται μέσα από τα σπάργανα μιας αρχαίας γραικοβαλκανικής συνύπαρξης με στοιχεία εθνικά και θρησκευτικά. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Ανεξαρτησίας η ημερομηνία της εθνικής εορτής ίσως να είναι διαφορετική γιατί κράτος ελληνικό δεν έχει υπάρξει ξανά ποτέ στην Ιστορία. Το νεοελληνικό κράτος που δημιουργείται στο Λονδίνο στις 3 Φεβρουαρίου 1830 είναι ένα αμάγαλμα όλων των λαών που ζούσανε νότια του Δούναβη έως την Κρήτη για αιώνες. Η Ελλάδα υπάρχει στην αρχαία συνείδηση με τους Πανέλληνες από τον αρχαίο Ίστρο (Δούναβης) έως το νησί του Μίνωα και της Πασιφάης, καθώς οι Αργοναύτες επιστρέφοντας ιδρύουν τις Παρίστριες αποικίες. Η έλευση των Αργοναυτών στη νήσο Κρήτη ουδόλως συμπτωματική είναι γιατί η Μήδεια ως ανιψιά της τοπικής βασίλισσας Πασιφάης αφικνείται ανατολικά στο Κάβο Σίδερο, ένας απόλυτα αιτιολογικός μύθος της οριοθέτησης των Ελλήνων ανατολικά της Μεσογείου.

Πότε αρχίζει η Επανάσταση;
Στο βορρά ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις 17 Μαρτίου 1821 υψώνει την ελληνική σημαία στο Βουκουρέστι, την τότε πρωτεύουσα της Βλαχίας. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης τελικά είναι εκείνος που από τη Μάνη στις 17 Μαρτίου 1821 εκκινεί τον ένοπλο αγώνα νότια. Η πόλη της Καλαμάτας απελευθερώνεται στις 23 Μαρτίου 1821 και οι ελεύθεροι Έλληνες από τη «Μεσσηνιακή Γερουσία» συγγράφουνε Προκήρυξη προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές. Στη νότια Κρήτη, στο Λουτρό Σφακίων, μια απρόσιτη περιοχή ακόμα έως σήμερα δεν υπάρχει δρόμος, η πρώτη ελληνική κυβέρνηση ως Καγκελαρία άρχισε τον Αγώνα με παγκρήτια συμμετοχή.

Η 25η Μαρτίου 1838 ορίζεται ως η εθνική επέτειος των Ελλήνων από τον Όθωνα. Ακόμη τότε ζούσανε πολλοί πολεμιστές του Αγώνα ανάμεσά τους ο Γέρος του Μοριά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843), ο Στερεοελλαδίτης Ιωάννης Μακρυγιάννης (1797-1864) και ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877) από τα Ψαρά, ο ηρωικός πυρπολητής στην Τένεδο έως τη Χίο και τη Σάμο στο Αιγαίο πέλαγος. Η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα νησιά, τα ελληνικά νησιά, στο ανατολικό Αιγαίο είχανε καθαρή λύση στην επίλυση του γόρδιου οθωμανικού δεσμού. Συγκεκριμένα, η Επανάσταση αποφασίστηκε περί τα τέλη του φθινοπώρου το 1820 από ηγέτες στα οριοθετούμενα σύνορα του Ελληνισμού.

Μία εναρκτήρια απόφαση για την εθνεγερσία πάρθηκε στη Βεσσαραβία (Ismail) από τη Φιλική Εταιρεία στις 20 Οκτωβρίου το 1820, αλλά η εξέγερση προδόθηκε στο Σουλτάνο από τους Άγγλους και γι’ αυτό η Συνάντηση στη Βοστίτσα (Αίγιο) τον επόμενο Ιανουάριο επισπεύδει τις διαδικασίες. Η Συνάντηση στη Βοστίτσα πραγματοποιήθηκε από 26 έως 30 Ιανουαρίου του 1821, με σημαίνοντα πρόσωπα της Πελοποννήσου, όπως οι Ανδρέας Λόντος, Ανδρέας Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, Παπαφλέσσας, Παλαιών Πατρών Γερμανός, Χρύσανθος ο επίσκοπος Μονεμβασίας, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Παναγιώτης Αρβάλης, Αμβρόσιος Φραντζής, Σωτήριος Θεοχαρόπουλος και Δημήτριος Μελετόπουλος. Οι συμμετέχοντες προκειμένου να έχουνε μια ημερολογιακή πυξίδα με βάση τις θρησκευτικές εορτές μπροστά τους ορίζουνε μερικές συγκεκριμένες εορτές που όλοι οι ορθόδοξοι γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα 25η Μαρτίου (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου), 10η Απριλίου (Κυριακή του Πάσχα), 21η Μαΐου (Κωνσταντίνου και Ελένης) και 29η Μαΐου (Δεύτερη Άλωση της Κωνσταντινούπολης), όπως επισημαίνει ο Οθωμανολόγος Δρ. Δημήτρης Σταθακόπουλος σε ανάλογη συζήτηση με το δημοσιογράφο κ. Πάρι Καρβουνόπουλο. Οι Κρητικοί φαίνεται να μην έχουνε ενημερωθεί, τουλάχιστον όχι επισήμως.

Όταν η Επανάσταση ξεκίνησε στο Ιάσιο στις 21 Φεβρουαρίου 1821 με τον ανέτοιμο Ιερό Λόχο από 500 σπουδαστές, αποφοίτους των Ηγεμονικών Ακαδημιών στις Παρίστριες επαρχίες, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήτανε ένας ιδεολόγος ηγέτης ο οποίος δυστυχώς δεν πέτυχε να κάνει το όνειρο πραγματικότητα. Ο ίδιος αποτάχθηκε από το ρωσικό στρατό αμέσως από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ και μετά την αποτυχία στο Δραγατσάνι, μόνος του παραδόθηκε στις αυστριακές αρχές, χρόνια μετά όταν αποφυλακίστηκε με περιορισμούς γράφει άρρωστος στις 2 Ιανουαρίου 1828 μια δραματική επιστολή στον νέο Τσάρο Νικόλαο Α΄ της Ρωσίας. Εξαιρετικά ευγενής δεν ζητούσε παρά τη ρωσική διαμεσολάβηση να γίνει αποδεκτός άμα τη επιστροφή του στην πατρίδα από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πεθαίνει 19 Ιανουαρίου 1828, έχοντας κλονισμένη υγεία, και χωρίς ποτέ να έλθει στην ελεύθερη Ελλάδα για την οποία όντως έδωσε την ίδια του τη ζωή, με μακρόχρονη στέρηση ελευθερίας έγκλειστος, άνευ λόγου. Η διάσημη επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη από το Ιάσιο στην έναρξη της Επανάστασης «Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» στις 24 Φεβρουαρίου το 1821 είναι η αρχή του νέου ελληνικού κράτους.

Ο Μάρτιος του 1821 υπήρξε πράγματι δραστήριος βόρεια στη Μολδοβλαχία και στη νότια Πελοπόννησο. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επιθυμούσε να είναι στην Πελοπόννησο ανήμερα του Ευαγγελισμού την 25η Μαρτίου 1821. Είτε ο Επίσκοπος Γερμανός όρκισε τους οπλαρχηγούς στην Αχαΐα, είτε όχι, το χριστιανικό σύμβολο παραμένει ζωντανό. Στις 10-13 Μαρτίου 1821 η ίδια ομάδα της Βοστίτσας συναντήθηκε στην Τρίπολη και τότε υπήρξε έντονη η αντιπαράθεση για αναβολή του Αγώνα. Η ανεπαρκής προετοιμασία και η μη έγκαιρη επιστροφή του απεσταλμένου κληρικού από την Πόλη και το Πατριαρχείο πίσω στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Ανδρέα Ζαΐμη, ήτανε αρκετά για την αναβολή του αβέβαιου εγχειρήματος και οι παρευρισκόμενοι αποχώρησαν όταν η συζήτηση έφτασε σε αδιέξοδο.

Δίχως αμφιβολία η Κωνσταντινούπολη απέχει χιλιάδες χιλιόμετρα από το νότο και ο φαναριώτικος Ελληνισμός έχει ανέκαθεν διαφορετικές ανάγκες διαβίωσης και επιβίωσης μέσα στο Μουσουλμανικό κόσμο. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ όταν υπέγραφε τον αφορισμό της Επανάστασης ήτανε ο φόβος που έκανε την υπογραφή του στο χαρτί. Η οργισμένη επιστολή του προς τον ορθόδοξο Μητροπολίτη Μολδαβίας Βενιαμίν στις 11 Μαρτίου 1821 να τερματίσει το απονενοημένον τούτο κίνημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελληνικός Τηλέγραφος» μόλις στις 17 Απριλίου 1821 στη Βιέννη. Ωστόσο, όταν δημοσιεύεται η βεβιασμένη όσο φοβισμένη επιστολή, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ έχει ήδη μαρτυρήσει για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την Ελευθερίαν, απαγχονισμένος για μέρες στην πόρτα του Πατριαρχείου από την Κυριακή του Πάσχα.

Η Πελοπόννησος έδινε αρχικά πρόσφορο έδαφος για την επιτυχημένη αρχή της Επανάστασης λόγω μιας μικρής πυκνότητας τούρκικου πληθυσμού, το 19ο αιώνα μόνο ένας τους δέκα κατοίκους της Πελοποννήσου είναι Μουσουλμάνος, και ο τουρκικός στρατός είναι όλος συγκεντρωμένος στα Γιάννενα ήδη από το καλοκαίρι του 1820 όταν οι Οθωμανοί πολεμούνε ενάντια στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Νοτιότερα και με καθυστέρηση, οι Κρητικοί όταν πληροφορήθηκαν την έναρξη της Επανάστασης σε ανάλογες συναντήσεις στα Σφακιά έλαβαν την απόφαση της ένοπλης συμμετοχής στον Αγώνα και τον Απρίλιο του 1821 ο ορθόδοξος Επίσκοπος Κισσάμου είχε ακριβώς την ίδια τύχη με τον Πατριάρχη. Ο Μεγάλος Αρπεντές στις 24 Ιουνίου 1821 μέσα στην εκκλησία του πολιούχου στον Άγιο Μηνά έφερε το τέλος για όλους τους επισκόπους, το Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και εκατοντάδες πιστούς.

Οι ένοπλες συγκρούσεις των Οθωμανών με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων το καλοκαίρι του 1820 στην Ήπειρο δημιουργούνε το δίαυλο ανταπάντησης διάπλατα στον παρίστριο ελληνόφωνο βορρά και στον ξεκάθαρα ελληνικό νότο. Προς τούτο οι πρώτες συζητήσεις έγιναν από τον Οκτώβριο του 1820 στη σημερινή Μολδαβία, όπου μια μεγάλη ελληνική παροικία υπήρχε ήδη από την αρχαιότητα· όταν ο Θεός έβαζε την υπογραφή του για την ελευθερία των Ελλήνων έκτοτε δεν υπήρξε ποτέ επιστροφή, alea jacta est.

Πηγή: ethnos