You are currently viewing «Με έδερναν 22 μέρες… Εκάφκαν τα γένια μου με σπίρτα τζαι οι άλλοι εχαχανίζαν»

«Με έδερναν 22 μέρες… Εκάφκαν τα γένια μου με σπίρτα τζαι οι άλλοι εχαχανίζαν»

  • Post author:
  • Post category:Νέα

Eίναι ενενήντα ετών, αλλά το βλέμμα του πετά ακόμα σπινθήρες όταν μιλά για τον Αγώνα της ΕΟΚΑ και το όραμα της τότε νεολαίας, που το μόνο που ήθελε ήταν η απελευθέρωση της πατρίδας μας από τον αγγλικό ζυγό.

Για εκείνον τον Αγώνα θα μπορούσε να μιλά για μέρες ολόκληρες. Θυμόταν και την τελευταία λεπτομέρεια από τη μέρα της σύλληψής του, μέχρι την ημέρα που απελευθερώθηκε. Θυμόταν τα βασανιστήρια, τις κακουχίες, αλλά και τα λόγια του Άγγλου ανακριτή, που του ζητούσε να δώσει ονόματα αγωνιστών, αλλά αυτός αρνήθηκε, τηρώντας την υπόσχεσή του για πίστη στην ΕΟΚΑ.

Ο λόγος για τον πάτερ Γεώργιο Ιωάννου από τη Σωτήρα, ο οποίος είναι μια ανεξάντλητη πηγή γνώσης του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα. Τον συναντήσαμε στο μουσείο αγώνος, στο χωριό του. Μόλις πέρασε την πόρτα της τσίγκινης καλύβας που στεγάζεται το μουσείο, όλα αναβίωσαν στο μυαλό του. Έγινε ξανά 23 ετών, όπως ήταν τότε. Θυμήθηκε τους αγωνιστές που έφυγαν από τη ζωή και την κινηματογραφική απόδραση του Κάρυου, του Πίττα, του Τρυφωνίδη και του Δημητριάδη από τα κρατητήρια Πύλας. Αναπόλησε τα τελευταία λόγια που του είπε ο Κάρυος, αλλά και πώς ξεγέλασαν τους Άγγλους στην καταμέτρηση των κρατουμένων, για να μην αρχίσουν έρευνες για τους δραπέτες.

Συγκινήθηκε και συνάμα ένιωσε θλίψη, όταν εκείνος ο Αγώνας, στον οποίο σκοτώθηκαν τόσοι νέοι, χάθηκε λίγα χρόνια αργότερα με την τουρκική εισβολή… Οι κόποι τους και τα βάσανα που υπέστησαν δεν ανταμείφθηκαν, αλλά, αντ’ αυτού, ήρθαν μεγαλύτερα δεινά για το πολύπαθο νησί μας.

Ο πάτερ Γεώργιος θυμάται…

«Δεν μπορώ να κρύψω ότι οι Εγγλέζοι έκαναν όπως οι Τούρκοι ή ακόμα και χειρότερα από τους Τούρκους. Όταν με έπιασαν εμένα, κατόπιν προδοσίας, ήρταν μια νύχτα, εχτυπήσαν την πόρτα και ανοίξα. Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από Εγγλέζους και Τούρκους επικουρικούς, λες και ήρταν να πιάσουν κανένα εγκληματία. Εκάμαν έρευνα, εκάμαν τα ούλλα άνω κάτω. Είχαν -όπως ελαλούσαν- πληροφορίες ότι ήμουν στην ΕΟΚΑ, ότι είχα όπλα, ότι εχρησιμοποιούσα όπλα, ότι όρκιζα μέλη της ΕΟΚΑ. Που τούτα ούλλα το μόνο που εν εκάμνα ήταν να χρησιμοποιώ τα όπλα, για να παίζω κόσμο…

Όταν ετελειώσαν το ανακάτωμα εβάλαν μου χειροπέδες και είπαν του διερμηνέα να πιάω μια μαντηλιά γιατί εν να γίνετουν πρωί να με αφήκουν ελεύθερο, αλλά τελικά εχρειαστήκαν 2,5 χρόνια για να μείνω ελεύθερος.

Έξερα τι με επερίμενε και τότε ήταν το πρώτο μου μωρό εννιά μηνών. Τους είπα να με αφήκουν να το ποσιερετήσω και δεν με αφήκαν. Εσύραν με σε ένα Land Rover. Δίπλα μου εκάτσαν δύο Τούρκοι επικουρικοί τζαι τραβήσαμε για τα Βαρώσια. Ενόμιζα θα με έπαιρναν στον αστυνομικό σταθμό του Βαρωσιού, αλλά περάσαμε την πόλη, βγήκαμε έξω και με επήραν στα ανακριτήρια της παλιάς Αμμοχώστου.

Εσύραν με μέσα σε ένα κελί. Όταν έφερα το νου μου, είδα ξαπλωμένο ένα άνθρωπο στο πάτωμα και μου λέει, «εφέραν σε τζαι σένα δαμέσα πάτερ; Εμένα εσκοτώσαν με. Εσένα ίσως σε λυπηθούν γιατί είσαι ιερέας. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Γεώργιος Ελευθερίου, από την Άχνα.

Την άλλη μέρα άρχισαν τα βασανιστήρια και οι ανακρίσεις. Ήταν ο περιβόητος ανακριτής, ο Dier. Όταν μπήκα μέσα, τον θυμάμαι μέχρι σήμερα να μου λέει, “άνθρωποι μας είπαν ότι είσαι της ΕΟΚΑ, δεν θέλουμε να μας πεις πολλά πράγματα, να μας πεις μόνο ένα δύο από αυτούς τους κακούργους που σκοτώνουν τους Εγγλέζους και θα σε αφήκουμε να φύγεις. Εάν φοβάσαι θα σε πάρουμε στην Αγγλία, έχει ορθόδοξη εκκλησιά να λειτουργείς”. Εγώ του είπα ότι είμαι Ορθόδοξος ιερέας και δεν ξέρω τίποτε. Τότε μου είπε “έτσι λένε όλοι, θκυό λεπτά τζαι θα τα πεις όλα”. Έδωσε ένα σύνθημα τζαι αμέσως εκατεβήκαν θκυό μαντράχαλοι. Άρχισαν να με ξυλοκοπούν επί 22 μέρες. Άναβαν σπίρτα, εκάφκαν τα γένια μου, εκακοποιούσαν με τζαι οι άλλοι εχαχανίζαν.

Άλλους τους έκαναν πιο βαριά βασανιστήρια από μένα. Εφάρμοζαν την αλυσιδωτή ανάκριση. Έβαλαν σε εκάθεσουν και ανάφκαν ένα λαμπτήρα μεγάλης ισχύος και μας ανάγκαζαν να βλέπουμε μέσα. Αυτές τις μεθόδους τις εφυήρε πρώτα ο Στάλιν, μετά ο Χίτλερ και μετά οι Εγγλέζοι δαμέ στην Κύπρο.

Μετά τα βασανιστήρια μας εσύρναν μέσα σε ένα κελί χωρίς κρεβάτι χωρίς τίποτε. Έμεινα έτσι 22 μέρες. Ήρταν οι δικοί μου να με δούσιν, εφέραν τζαι το μωρό μου τζαι δεν τους επέτρεψαν να με δουν.

Ύστερα επήραν με στην Πύλα. Ήρτε τζαι ο Γεώργιος Ελευθερίου τζαι ήβρα τον. Ελάλε μου πάτερ εσκοτώσαν σε τζαι σένα; Εσκοτώσαν σε τζαι σένα. Τέλοσπάντων, εκεί είχαμε άλλα. Δεν μας αφήναν να επικοινωνούμε με τους δικούς μας.

Έμεινα τζαι στην Κοκκινοτριμιθιά εκεί τα πράματα ήταν ίδια με την Πύλα. Απ’ εκεί απολύθηκα μετά το τέλος του αγώνα τζαι επέστρεψα στην οικογένεια μου, έκαμα τέσσερα μωρά.

Όταν βλέπω σήμερα τι έγινε μετά τον Αγώνα δεν έχω λόγια… Λυπούμαι διότι αυτός ο Αγώνας, στον οποίο θυσίασαν τη ζωή τους τόσα παιδιά, τελικά δεν είχε σημασία, αφού λίγα χρόνια αργότερα οδηγηθήκαμε στην ίδια κατάσταση. Οι μεγάλοι της γης εκαταφέραν εκείνο που επιδιώκαν και εφτάσαμε στα σημερινά χάλια. Αλλά να μην απογοητευόμαστε, θα έρθει η στιγμή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και θα έρθει η ώρα να γίνει αυτό που πρέπει να γίνει…»

Έτσι έγινε η απόδραση του Πίττα, του Κάρυου, του Τρυφωνίδη και του Δημητριάδη

Κορυφαία στιγμή για τον πάτερ Γεώργιο, κατά τη διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, ήταν η απόδραση του Φώτη Πίττα, του Ανδρέα Κάρυου, το Φρίξου Δημητριάδη και του Χριστάκη Τρυφωνίδη από τα κρατητήρια της Πύλας.

Ο πάτερ Γεώργιος ήταν παρών στην προσπάθεια που έγινε, αλλά και μετά, στις εξαντλητικές ανακρίσεις που πέρασαν για να αποκαλύψουν στους Άγγλους πώς διέφυγαν οι τέσσερις αγωνιστές.

«Όταν ήμασταν στα κρατητήρια ήθελαν οι αγωνιστές να βγουν έξω και να πολεμήσουν. Προσπαθούσαν να βρουν τρόπους να αποδράσουν. Ο Ανδρέας Κάρυος, αυτός ο λιονταρόψυχος, έστειλε επιστολή στον Αρχηγό και του είπε ότι θέλουμε να βγούμε να πολεμήσουμε. Τότε, ο Γρίβας έστειλε επιστολή στον τομεάρχη να το κοιτάξουν και εκείνος με τη σειρά του έστειλε επιστολή στον υπεύθυνο της Επαρχίας, να μεριμνήσουν για την απόδραση.

Ο υπεύθυνος της επαρχίας μας έδωσε εντολή στον Αντώνη Κατσιάρη, τον «Οδυσσέα της ΕΟΚΑ», όπως τον έλεγαν, να αναλάβει την απόδραση. Ο Κατσιάρης ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος και σκεφτόταν τι θα κάνει. Μια μέρα ήταν το αυτοκίνητο του γείτονά του εκεί στην αυλή και πήγε ο Κατσιάρης και το έβλεπε.

Ο γείτονάς του, Γαβρίλης Περός, λέει του “ίνταμπου το θωρείς; Κατάλαβα ίνταμπου σκέφτεσαι, αλλά δεν φεύγει το αυτοκίνητο εάν δεν το οδηγήσει ο ιδιοκτήτης του”. Μίλησαν και σκέφτηκε ο Κατσιάρης να κάμουν μια κρύπτη κάτω από το σιασιή του αυτοκινήτου. Έτσι κι έγινε. Μετά σκέφτονταν πώς θα βάλουν το αυτοκίνητο μέσα στα κρατητήρια. Εκεί στα κρατητήρια υπήρχε άνθρωπος που έπαιρνε τα τρόφιμα με το αυτοκίνητό του. Μόλις ετοιμάστηκε η κρύπτη επικοινώνησαν με αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ήταν από τη Λάρνακα.

Όταν τους άκουσε, φοβήθηκε και χρειάστηκε να τον φοβερίσουν. Πείστηκε και είπε στους Εγγλέζους ότι το αυτοκίνητό του χάλασε και θα πήγαινε ένα άλλο στη θέση του. Μόλις θα γινόταν μια απόδραση διδόταν εντολή στους κρατούμενους να κάνουν τα καλά παιδιά και να μην αντιδρούν στα θελήματα των Άγγλων. Έτσι οι Εγγλέζοι χαλάρωναν τα μέτρα. Φόρτωσαν λοιπόν τα τρόφιμα στο αυτοκίνητο του Περού και πήγαν στα κρατητήρια. Έκαναν έρευνα και ξεφόρτωσε τα τρόφιμα στην κουζίνα των κρατητηρίων.

Μετά τα μετέφεραν σε κάθε θάλαμο, αλλά οι κρατούμενοι είπαμε ότι δεν τα θέλαμε και να τα στείλουν πίσω. Αμέσως οι Εγγλέζοι εσικκιρτηστήκαν, αλλά επιστέψαν και εφορτώσαν τα κοφίνια πίσω στο φορτηγό. Κάτω από τα κοφίνια όμως, μέσα στην κρύπτη κρύφτηκαν οι τέσσερις. Σκεφτείτε ότι ο χώρος ήταν για δύο και μπήκαν τέσσερις και παρολίγον να πάθουν ασφυξία.

Τέλοσπάντων, εφώναξέ μου ο Κάρυος την ώρα που θα έφευγαν και μου είπε “πάτερ, πάτερ, φεύγουμε, δεν ξέρω αν θα ξανασυναντηθούμε. Αν δεν ξανάσυναντηθούμε σε αυτή τη ζωή, θα συναντηθούμε στον ουρανό”. Ήταν αποφασισμένοι να θυσιαστούν… Βγήκε το αυτοκίνητο από τα κρατητήρια, ήρθαν στην Άχνα, στις Βρυσούλες, μετά στην Αμμόχωστο και μετά στο Παραλίμνι.

Την ίδια ώρα, μέσα στα κρατητήρια γινόταν έλεγχος και ερχόταν ο φρουρός για να τσεκάρει ότι ήταν όλοι μέσα. Εμείς έπρεπε να καλύψουμε εκείνους που απέδρασαν. Εκαταμέτραν και ο ένας έπιανε τη θέση του άλλου που έφυγε. Έτσι εκλείσαν για το βράδυ οι παράγκες, χωρίς να καταλάβουν οι Εγγλέζοι ότι υπήρχαν δραπέτες.

Το αντιλήφθηκαν όμως, την άλλη μέρα το πρωί, όταν μας καταμέτρησαν. Αμέσως ηχήσαν οι σειρήνες, κατέβηκε μέσα ο στρατός, άρχισε το ξυλοκόπημα. Εμείς μπορεί να βασανιζούμασταν, αλλά επανηγυρίζαμε γιατί οι τέσσερις συντρόφοι μας ήταν ελεύθεροι. Έτσι έγινε η απόδραση».

Στο μουσείο που διατηρείται στη Σωτήρα και το οποίο στεγάζεται σε τσίγκινη καλύβα που έφεραν από τα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς τοποθέτησαν  αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας. Μεταξύ αυτών το μηχάνημα κατασκευής βομβών, τον πολύγραφο που ετοίμαζαν φυλλάδια, όπως και ένα ξύλινο κουτί που έκρυβαν μέσα τα όπλα, πριν την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ.

«Δημιουργήσαμε το χώρο αυτό εδώ και βάλαμε μέσα τις φωτογραφίες των ηρώων μας, όπως και διάφορα πράγματα που χρησιμοποιούσαν, για να τα βλέπουν οι κατοπινοί και να είναι οι μνήμες ανύστακτες. Να θυμόμαστε πάντοτε εκείνο τον Αγώνα και τη θυσία που υπέστησαν αυτοί όλοι οι ήρωες».

Πηγή: Reporter