You are currently viewing Άγνωστοι αγωνιστές: Eλλαδίτες εθελοντές αγωνιστές της ΕΟΚΑ

Άγνωστοι αγωνιστές: Eλλαδίτες εθελοντές αγωνιστές της ΕΟΚΑ

Πώς ενεργούσαν μυστικά κάτω από το άγρυπνο μάτι του Υφυπουργείου Ασφάλειας
και των Βρετανών πρακτόρων

Όταν αναφερόμαστε στις μυστικές προετοιμασίες για την έναρξη του επικού, Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ, δεν πρέπει ποτέ να παραλείπουμε και τη συμβολή σ’ αυτές πολλών Ελλαδιτών αδελφών μας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται διπλωμάτες, στρατηγοί, καθηγητές πανεπιστημίων, νομικοί, πλοιοκτήτες ιστιοφόρων, λιμενικοί και αρκετοί αξιωματούχοι διαφόρων κυβερνητικών υπηρεσιών. Τα ονόματα και τις ιδιότητες των αγωνιστών αυτών, πολλοί από τους οποίους έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα ή διέτρεχαν μεγάλο κίνδυνο να διωχθούν από τις υπηρεσίες τους, αναφέρουν ο ίδιος ο Διγενής, ο Αντρέας Αζίνας, οι αδελφοί Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης και ο Παπασταύρος.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η κυβέρνηση του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου είχε ταχθεί αρχικά εναντίον της ιδέας έναρξης ένοπλου Απελευθερωτικού Αγώνα. Μάλιστα, ο Υπουργός Ασφάλειας, στρατηγός Βασίλειος Βραχνός, όταν ενημερώθηκε από τα «λαγωνικά» του και ιδιαίτερα από μερικούς αξιωματικούς, που είχαν πλησιαστεί για να βοηθήσουν στη συγκέντρωση οπλισμού, είχε καλέσει στο γραφείο του τον απόστρατο συνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα και τον απείλησε, αν ήταν δυνατό, ότι θα διατάξει τη σύλληψή του, «αν συνεχίσει να ενοχλεί αξιωματικούς, ζητώντας τους οπλισμό για παράνομη οργάνωση, που ετοίμαζε ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα στην Κύπρο». Βέβαια ο Γρίβας τού απάντησε με ειρωνικό ύφος, ότι δεν πρόκειται να κάνει τίποτε που θα μπορούσε να βλάψει την πατρίδα του.

Στο «Χρονικό του Αγώνος ΕΟΚΑ 1955-59» ο Διγενής αναφέρει και ονόματα αρκετών συνεργατών του, πριν και μετά την έναρξη του Αγώνα. Αυτοί ήταν οι αδελφοί Ευσταθόπουλοι (νομικοί), Γ. Γαζουλέας (φαρμακοποιός), (σύγαμπρος του Αρχηγού), Κοσμάς Μαστροκόλιας (συνδικαλιστής), Παναγιώτης Σταματούρος (πολιτευτής), Δεσποτόπουλος (Διευθυντής Τελωνείου Ρόδου), Παναγιώτης Μιχαλολιάκος, Παναγιώτης και Βασίλης Ραϊκάκος, (αστυνομικοί), Πιερής Αλευράς (Λιμεναρχείο Ελευσίνας), Δημήτριος Ραϊκοτάκης (Λιμενάρχης Ελευσίνας), Κωνσταντίνος Τζανιδάκης (Επιθεωρητής Τελωνείων), Ευάγγελος Καραμαλέγκος, Αντώνιος Βαράγκας, Βασίλης Κεραμειώτης, Αναστάσιος Λιακόπουλος (τελωνειακοί) και Ηλίας Δρακόπουλος.

Ο Αντρέας Αζίνας, που ενεργούσε ως εντολοδόχος του Διγενή, στο βιβλίο του «50 Χρόνια Σιωπής – Αποφάσισα να Μιλήσω» αναφέρει και τους ακόλουθους συμπολεμιστές και συνεργάτες του Διγενή, που είχε συνεργαστεί μαζί τους στη μυστική συγκέντρωση οπλισμού για τον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ: Ζαφείρης Βάλβης και Παντελής Σταματούρος, στενοί συνεργάτες και αφοσιωμένοι στον Διγενή, ακόμα και όταν ο Αρχηγός βρισκόταν στην Κύπρο και ηγείτο του Ένοπλου Απελευθερωτικού Αγώνα. Ο Βάλβης ήταν ένας από τους στενούς πολιτικούς συνεργάτες του Διγενή από τον καιρό της κατοχής, και κατά τη διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ ήταν σύνδεσμος με κρατικούς αξιωματούχους και συνεργάτες του ίδιου του Πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου, όταν ο Στρατάρχης υιοθέτησε, έστω καθυστερημένα, τη διεξαγωγή του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο πρώτος από τους συνεργάτες του Στρατάρχη που είχε δηλώσει πλήρη συμπαράσταση στον Αρχηγό ήταν ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Στρατηγός Γεώργιος Κοσμάς, με τον οποίο ήταν συμπολεμιστές στον πόλεμο κατά των Ιταλών το 1940. Οι δύο άντρες είχαν συναντηθεί μυστικά για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα του 1950, στα γραφεία του ΓΕΣ. Ο Στρατηγός Κοσμάς, όχι μόνο ενθάρρυνε τον Γρίβα να συνεχίσει τις προσπάθειές του για αγώνα απελευθέρωσης της ιδιαίτερης πατρίδας του, αλλά τον διαβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμος να του παράσχει κάθε στήριξη και βοήθεια.

Μετά τη διαβεβαίωση αυτή του στρατηγού Κοσμά, ο Γρίβας συνέχισε τις επαφές του με τον κυπριακής καταγωγής Χριστόδουλο Παπαδόπουλο και τους αδελφούς Κύρου της εφημερίδας «Εστία» στην αρχή και τους επίσης κυπριακής καταγωγής αδελφούς Σάββα και Σωκράτη Λοϊζίδη, που τελικά του πρότειναν ν’ αναλάβει αυτός την ηγεσία του Αγώνα.

Επίσης, πρέπει να μνημονευθεί ο Καπετάν Ζήσης, ιδιοκτήτης των ιστιοφόρων «Σειρήν» και «Άγιος Γεώργιος». Το πρώτο, με καπετάνιο τον Λουκά Κουταλιανό, έφερε στην Κύπρο τον πρώτο οπλισμό της ΕΟΚΑ και αργότερα με καπετάνιο τον Θεόφιλο Ξανθόπουλο έφερε τον Διγενή και τον Σωκράτη Λοϊζίδη στο νησί. Το «Άγιος Γεώργιος», με κυβερνήτη τον Κουταλιανό, είχε συλληφθεί αργότερα στη Χλώρακα με το πλήρωμά του, ενώ οι Χλωρακιώτες αγωνιστές ξεφόρτωναν όπλα και πυρομαχικά για την ΕΟΚΑ. Ο Καπετάν Ζήσης είχε επανειλημμένες επαφές με τον Ναύαρχο Αλέξανδρο Σακελλαρίου, που ήταν υπεύθυνος για τη συγκέντρωση και αποστολή του πρώτου οπλισμού στην Κύπρο. Αργότερα, όταν ο Καπετάν Ζήσης αρρώστησε βαριά, ήθελε να πωλήσει τα καράβια του. Για το «Σειρήν» βρήκε αγοραστή έναν Πελοποννήσιο φίλο του, γνωστό πατριώτη, τον Δημήτρη Ιωάννου Καρατζή, και τον έκανε συνιδιοκτήτη, αφού πρώτα του εξομολογήθηκε ότι είχε δεσμευθεί να μεταφέρει με το πλοιάριο μυστικά οπλισμό στην Κύπρο για τις ανάγκες του Απελευθερωτικού Αγώνα του νησιού. Ο Δημήτρης Καρατζής δέχθηκε και δήλωσε πρόθυμος να διαθέσουν το «Σειρήν» για τον αγώνα της Κύπρου. Ο νεαρός τότε γιος του, μάλιστα, Γιάννης Καρατζής, αναμείχθηκε στη φόρτωση του πρώτου οπλισμού στο καΐκι και ήρθε και ο ίδιος, όταν μεταφέρθηκε ο πρώτος οπλισμός στην Κύπρο.

Επίσης, ο βαριά άρρωστος Καπετάν Ζήσης είχε πωλήσει το δεύτερο σκάφος του «Άγιος Γεώργιος» σ’ έναν άλλο ακραιφνή πατριώτη, τον Ανάργυρο Μέλο, από τη Χαλκιδική, αφού πρώτα τον ενημέρωσε ότι το σκάφος ήταν δεσμευμένο να συμμετάσχει στον Απελευθερωτικό Αγώνα της Κύπρου, μεταφέροντας, μυστικά, οπλισμό στο νησί. Ο Μέλος, αγνός πατριώτης, όπως ήταν, δέχθηκε και διέθεσε όχι μόνο το σκάφος του, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του στην υπηρεσία του Αγώνα της Κύπρου. Κατά τη μεταφορά οπλισμού με το «Άγιος Γεώργιος» είχε έρθει κι αυτός στην Κύπρο και είχε συλληφθεί με το σκάφος του, τον καπετάνιο, το πλήρωμα, τον οπλισμό και τους Χλωρακιώτες αγωνιστές που τον ξεφόρτωναν, στις ακτές του χωριού τους. Ο Μέλος είχε καταδικαστεί από το αποικιακό δικαστήριο σε φυλάκιση πέντε ετών.

Ελλαδίτες συμπαραστάτες του Αγώνα της Κύπρου ήταν επίσης κορυφαίες προσωπικότητες της εποχής εκείνης όπως ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνας, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Στρατηγός Γεώργιος Κοσμάς, ο πολιτικός Γεώργιος Στράτος, ο απόστρατος Ναύαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, Αλέξανδρος Σακελλαρίου, ο Ναύαρχος του Λιμενικού, Νικόλαος Σταμπολής και πολλοί άλλοι, όπως ο Μητροπολίτης Λήμνου Διονύσιος, που είχε το βάρος της προβολής του Κυπριακού και των βαρβαροτήτων των Βρετανών σε βάρος των αγωνιστών και του Κυπριακού Ελληνισμού γενικότερα. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι αρκετοί καθηγητές πανεπιστημίων και άνθρωποι των Γραμμάτων είχαν, άλλοι μυστικά και άλλοι φανερά, τη συμβολή τους στον Αγώνα μας.

Η συμβολή των Ροδίων

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η προσφορά των Ροδίων αδελφών μας. Στο νησί του Κλεόβουλου και του Διαγόρα, η φλόγα της ελευθερίας ήταν αέναα αναμμένη και οι Ρόδιοι το απέδειξαν έμπρακτα. Στο νησί τους είχε οργανωθεί ειδικό κλιμάκιο συμπαράστασης στον Αγώνα της Κύπρο, από τον τότε πλοίαρχο του Λιμενικού Νικόλα Σταμπολή. Προϊστάμενος του κλιμακίου ήταν ο Λ. Σ. Ευαγγελάτος, προϊστάμενος της Λιμενικής Αστυνομίας και του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ρόδου. Ο Ευαγγελάτος, όπως αναφέρει ο Διγενής στο «Χρονικό του Αγώνα 1955-59», «εβοήθησε το πετρελαιοκίνητο πλοιάριο ‘Σειρήν’, με κυβερνήτη τον καπετάνιο Ευάγγελο Λουκά Κουταλιανό, για τη μεταφορά όπλων στην Κύπρο τον Μάρτιο του 1954 και αργότερα το ίδιο σκάφος με κυβερνήτη τον Θεόφιλο Ξανθόπουλο, κατά τη μετάβαση του Αρχηγού από την Ρόδο στην Κύπρο, τον Οκτώβρη του 1954. Επίσης βοήθησε το πλοιάριο ‘Άγιος Γεώργιος’, έμφορτο οπλισμού, που είχε περάσει από τη Ρόδο με προορισμό τη Χλώρακα της Κύπρου, χωρίς, δυστυχώς, να γνωρίζει, ότι ο πλους του πλοιαρίου ήταν προδομένος από την Αθήνα, διότι δεν είχε έγκαιρα ειδοποιηθεί από κανέναν».

Για το Κλιμάκιο της Ρόδου κάνει εκτενή αναφορά και ο Αντρέας Αζίνας, που ενεργούσε ως εντολοδόχος του Διγενή. Γράφει στο βιβλίο του «Πενήντα Χρόνια Σιωπής: Αποφάσισα να Μιλήσω: «Στη ομάδα της Ρόδου μετείχαν ο Νίκος Δημητρίου, που εργαζόταν στον Δήμο Ρόδου, ο Δημήτρης Μακρής, που εργαζόταν στη Διοίκηση Δωδεκανήσου, ο Αρχικελευστής του Λιμενικού Βασίλης Παπαθεοδώρου, ο Φραγκίσκος Χάρης, ανταποκριτής των εφημερίδων ‘Ακρόπολις’ και ‘Εθνικός Κήρυκας’ της Αθήνας και η κυρία Σισμάνη, υπεύθυνη του γραφείου Τουρισμού στη Ρόδο». Αναφορά των ονομάτων κάνει και ο Διγενής στο «Χρονικό».

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για τη συμβολή του Αρχικελευστή Παπαθεοδώρου, που ήταν ο φύλακας άγγελος του Αρχηγού κατά την παραμονή του στη Ρόδο, προτού αποπλεύσει με το «Σειρήν» για την Κύπρο. Γράφει ο Διγενής: «Ευρισκόμενος ο Παπαθεοδώρου εις Ρόδον, εμυήθη διά την μεταφοράν του Διγενή εκ Ρόδου εις Κύπρον. Συνέβαλε μεγάλως εις την καθοδήγησιν του πλοιαρίου ‘Σειρήν’, του οποίου, λόγω σφοδράς θαλασσοταραχής εις Ρόδον, απωλέσθησαν τα ίχνη, προσορμισθέντος αρχικώς εις Λίνδον. Τούτο ανευρεθέν μετά εξαήμερον αναζήτησιν, ειδοποιήθη και κατέπλευσε εις λιμένα Μανδρακίου και εκείθεν εις Καλλιθέαν, όπου επεβιβάσθη ο Διγενής και οι συνεργάται του. Μετέπειτα, ο Παπαθεοδώρου εχρησιμοποιήθη εις όλας τας διά Ρόδου διελεύσεις πλοιαρίων μεταφερόντων οπλισμό εις Κύπρον».

Παράλληλα με τον Διγενή και τον Αζίνα αναφορά ονομάτων πατριωτών που προσφέρθηκαν να βοηθήσουν την Κύπρο αφιλοκερδώς στη διεξαγωγή του Απελευθερωτικού της Αγώνα κάνει και ο φλογερός Παπασταύρος στο βιβλίο του «Η Μαρτυρία μου», που αποτελεί κατάθεση ψυχής για τον αδικαίωτο ενωτικό αγώνα της Κύπρου. Όπως γράφει ο ρασοφόρος αγωνιστής, τον Νιόβρη του 1957, μετά την επιστροφή στην Αθήνα των τεσσάρων εξόριστων από τις Σεϋχέλλες, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανού, Πολύκαρπου Ιωαννίδη και του ίδιου του Παπασταύρου, ο Αρχιεπίσκοπος, που θα μετέβαινε στην Αμερική για την προβολή του Κυπριακού, του έδωσε άδεια να φροντίσει για την προβολή των βασανιστηρίων του κυπριακού λαού και ιδιαίτερα των γυναικών από τους Βρετανούς. «Κινήθηκα – γράφει – όπου μπορούσα. Πλησίασα διευθυντές εφημερίδων και άλλους δημοσιογράφους, καθηγητές πανεπιστημίων και λογοτέχνες. Η ανταπόκριση ήταν συγκινητική. Μόνον ένας καθηγητής πανεπιστημίου μού αρνήθηκε συμπαράσταση στον αγώνα μας. Το όνομά του δεν μπορώ να το αναφέρω… Προσεύχομαι να τον συγχωρήσει ο Θεός. Οι άλλοι όλοι προσφέρθηκα να βοηθήσουν και να γράψουν».

Ήταν πράγματι ολόψυχη η συμπαράσταση των ελεύθερων αδελφών μας στον Απελευθερωτικό μας Αγώνα. Μόνο η κυβέρνηση Καραμανλή τον υπέσκαπτε στα σκοτεινά παρασκήνια. Και τελικά εγκατέλειψε την Αυτοδιάθεση – Ένωση και μας οδήγησε στην επάρατη Ζυρίχη.

Πηγή: Simerini