You are currently viewing Ο Σολής ανέβασε στους ώμους του ολόκληρο τον Ελληνισμό

Ο Σολής ανέβασε στους ώμους του ολόκληρο τον Ελληνισμό

Συνεπαρμένος μονάχα από την άγρια μαγκιά του και τον ηρωικό ξάδελφό του, ο Σολής ανέβασε στους ώμους του ολόκληρο λαό. Ήταν δύσκολο να γίνει τότε κατανοητό πως εκείνο το «πάμε να κατεβάσουμε τη σημαία τους» περιείχε κάθε γράμμα του επαρκή Ύμνου εις την Ελευθερίαν. Σκαρφαλώνοντας, ο Σολωμός, με μια περηφάνεια ικανή να διαχυθεί σ’ όλο τον κόσμο που τον έβλεπε, καλυπτόταν από μια άλλη σημαία. «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βια μετράει τη γη», σιγοτραγουδούσαν μαζί του ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ο Χριστόδουλος Σώζος, ο Ονούφριος Κληρίδης, ο Αυξεντίου, ο Μάτσης, ο Καραολής, ο Δημητρίου, ο Παλληκαρίδης, ο Τάσος Μάρκου, ο Τάσος Ισαάκ. Εκείνη τη μέρα, ο Σολής δεν τυφλώθηκε από κανένα μίσος.

Η ψυχή του ήταν ορθάνοικτη, αγάπησε εκ νέου την πατρίδα του κι ανέβασε τους συμπατριώτες του στη συμβολική αυτή ανηφοριά του. «Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια», συλλογιζόταν. Ούτε τρελός ήταν ούτε εμμονές είχε. Ο 26χρονος Σολωμός Σολωμού γνώριζε πολύ καλά τι έκανε. Νηφάλιος και ψύχραιμος, με μια σιγουριά που φαινόταν όταν έσπρωχνε το χέρι του κυανόκρανου, ανηφόρισε στη λευτεριά, «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Δεν θα σταματούσε στην κατοχική σημαία, δεν τον σταμάτησαν οι σφαίρες του φονιά. Συνυπέγραψε με τον Τάσο την ελευθερία των επόμενων γενιών. Χαιρέτισε τη λευτεριά και προχώρησε όσο ήθελε. Χαϊδεύοντας την Αμμόχωστό του και φιλώντας το χέρι του συνοδοιπόρου του.

Κουβαλώντας την αντίσταση μέχρι την όμορφη Κερύνεια. «Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά».